Όταν οι κυνηγετικές ιστορίες ξεπερνούν την πραγματικότητα και ο κάθε κυνηγός έχει τον δικό του… Μινχάουζεν
Ο Όττο φον Μπίσμαρκ, ο Γερμανός πολιτικός, φέρεται να είπε κάποτε ότι τα μεγαλύτερα ψέματα λέγονται πριν από τις εκλογές, κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά το κυνήγι.
Όπως θα έλεγαν οι παλαιότεροι εδώ στην Κύπρο, όταν ήθελαν να τονίσουν τη σοφία και την αλήθεια των λεγομένων: «Πρέπει να νήστευε όταν την εκστόμισε».
Δεν θα ασχοληθώ στο παρόν άρθρο με τα πολιτικά ή τα στρατιωτικά ψέματα. Θα επικεντρωθώ στα πιο αθώα, στα κυνηγετικά. Ιστορίες που συνήθως έχουν ως στόχο να εξυψώσουν τις σκοπευτικές ικανότητες του αφηγητή, να μεγαλώσουν το μέγεθος της τσάντας του, να αναδείξουν τις κυνηγετικές αρετές του σκύλου του και πάει λέγοντας.
Εκείνος, όμως, που θεωρείται ο μεγαλύτερος ψεύτης, ή μάλλον παραμυθάς, αφού οι ιστορίες του δεν αποσκοπούσαν τόσο στην προσωπική προβολή όσο στο να προκαλέσουν το γέλιο, είναι αναμφίβολα ο Βαρόνος Μινχάουζεν.
Ο Βαρόνος Μινχάουζεν και τα απίστευτα κατορθώματά του
Ο Βαρόνος Μινχάουζεν έχει μείνει στην παγκόσμια ιστορία και λογοτεχνία ως το απόλυτο σύμβολο της δημιουργικής υπερβολής και του αξεπέραστου ψεύδους.
Υπήρξε πραγματικός Γερμανός ευγενής του 18ου αιώνα, αλλά η φήμη του εκτοξεύθηκε χάρη στις εξωπραγματικές ιστορίες που συνδέθηκαν με το όνομά του και καταγράφηκαν λογοτεχνικά από τον Ρούντολφ Έριχ Ράσπε (Rudolf Erich Raspe). Ανάμεσα στα κατορθώματα για τα οποία υποτίθεται ότι διέπρεψε ο Βαρόνος ήταν, φυσικά, και το κυνήγι.
Μία από τις πιο εμβληματικές κυνηγετικές ιστορίες του είναι εκείνη με το ελάφι και τα κουκούτσια κερασιού. Κατά τη διάρκεια μιας εξόρμησης στο δάσος, ο Βαρόνος βρέθηκε μπροστά σε ένα μεγαλοπρεπές ελάφι. Παρόλο που είχε ξεμείνει από σφαίρες, γέμισε το όπλο του με κουκούτσια από τα κεράσια που μόλις είχε φάει και πυροβόλησε το ζώο στο μέτωπο, ανάμεσα στα κέρατα.
Το ελάφι ζαλίστηκε, αλλά κατάφερε να διαφύγει. Έναν ή δύο χρόνους αργότερα, επιστρέφοντας στο ίδιο δάσος, ο Μινχάουζεν συνάντησε ένα άλλο μεγαλοπρεπές θέαμα: το ίδιο, όπως ισχυριζόταν, ελάφι κυκλοφορούσε με μια κερασιά να φυτρώνει ανάμεσα στα κέρατά του, γεμάτη ώριμους καρπούς!
Ο Βαρόνος θυμήθηκε αμέσως το παλιό του κατόρθωμα και αυτή τη φορά δεν αστόχησε. Έτσι, εξασφάλισε όχι μόνο το κρέας του ζώου, αλλά και μια εξαιρετική σάλτσα κερασιού για το γεύμα του!
Ο Βαρόνος, εκτός από «μέγας» κυνηγός, ήταν και πολύ «θαρραλέος». Όταν κάποτε βρέθηκε αντιμέτωπος με μια επιθετική αρκούδα και το όπλο του έπαθε εμπλοκή, δεν δείλιασε. Σύμφωνα με μία από τις απίστευτες περιπέτειές του, αντιμετώπισε το ζώο με τέτοια ευστροφία και επιδεξιότητα, ώστε κατάφερε να το εξουδετερώσει με τρόπο που θα έκανε ακόμη και τους πιο τολμηρούς κυνηγούς να ανατριχιάσουν.
Στις διάφορες παραλλαγές των ιστοριών του, τα άγρια ζώα και οι τρόποι με τους οποίους τα αντιμετωπίζει ξεπερνούν κάθε όριο λογικής, αποδεικνύοντας ότι για τον Μινχάουζεν η φαντασία δεν είχε κανένα απολύτως όριο.
Μια τρίτη κυνηγετική «επιτυχία» ήταν εκείνη με τον οκτάποδο λαγό. Ο Βαρόνος καταδίωκε τον αυτιά για μέρες και, όταν τελικά κατάφερε να τον πλησιάσει, διαπίστωσε ότι το ζώο είχε τέσσερα πόδια στην κοιλιά και άλλα τέσσερα στην πλάτη! Μόλις κουραζόταν να τρέχει με τα κανονικά του πόδια, γύριζε ανάποδα και συνέχιζε με τα εφεδρικά, διατηρώντας σταθερά την απίστευτη ταχύτητά του.
Ένας λαγός που δεν κουράζεται ποτέ και διαθέτει δεύτερο σετ ποδιών είναι, ασφαλώς, το όνειρο κάθε κυνηγού, και ο εφιάλτης κάθε λαγοκυνηγού!
Από τα αγριοθήραματα στα υδρόβια
Τα ψέματα του Βαρόνου δεν περιορίζονταν στα κυνήγια του βουνού και του δάσους. Επεκτείνονταν και στα υδρόβια, όπου η εφευρετικότητά του αποδεικνυόταν εξίσου ανεξάντλητη.
Σε μια χειμερινή εξόρμηση, εντόπισε μια ολόκληρη σειρά από αγριόπαπιες σε μια λίμνη. Καθώς δεν ήθελε να σπαταλήσει πολλά φυσίγγια, σκέφτηκε έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο για να εξασφαλίσει το θήραμά του. Έδεσε ένα λιπαρό κομμάτι μπέικον σε μια μακριά κλωστή και το έριξε στο νερό.
Οι πάπιες άρχισαν να καταπίνουν το μπέικον η μία μετά την άλλη. Χάρη, όμως, στην ολισθηρότητά του, το κομμάτι περνούσε από το πεπτικό σύστημα της μίας πάπιας και κατέληγε στην επόμενη, η οποία το κατάπινε με τη σειρά της. Μέσα σε λίγα λεπτά, όλες οι πάπιες είχαν περαστεί στην ίδια κλωστή, σαν χάντρες σε περιδέραιο! Ο Βαρόνος, χωρίς να ρίξει ούτε μία τουφεκιά, είχε καταφέρει να εξασφαλίσει ολόκληρη την «τσάντα» του.
Αν το σκεφτούμε λίγο, η συγκεκριμένη ιστορία δεν απέχει και τόσο από όσα ακούμε μερικές φορές στις κυνηγετικές παρέες. Η διαφορά είναι ότι ο Μινχάουζεν δεν προσπαθούσε να πείσει κανέναν πως οι περιπέτειές του ήταν αληθινές. Η υπερβολή ήταν το ίδιο το θέαμα και το γέλιο ο πραγματικός σκοπός της αφήγησης.
Τα κυνηγετικά παραμύθια δεν τελειώνουν ποτέ
Η αλήθεια είναι πως το κυνήγι προσφέρεται όσο λίγες δραστηριότητες για ιστορίες, υπερβολές και κατορθώματα που, όσο περνά ο καιρός, αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις. Ένα θήραμα που ξέφυγε γίνεται σταδιακά τέρας, μια δύσκολη βολή μετατρέπεται σε σκοπευτικό άθλο και ένας καλός σκύλος αποκτά σχεδόν υπερφυσικές ικανότητες.
Άλλωστε, ποιος δεν έχει ακούσει για τον λαγό που έπεσε από τα εκατό μέτρα, την πέρδικα που δέχτηκε τρεις τουφεκιές στον αέρα ή τον σκύλο που εντόπισε και ξεσήκωσε θήραμα από απόσταση που θα ζήλευε ακόμη και εκπαιδευμένο ραντάρ;
Το σημαντικό, βέβαια, είναι να μπορούμε να ξεχωρίζουμε την πραγματική κυνηγετική εμπειρία από την υπερβολή που προστίθεται για χάρη της παρέας. Γιατί, στο κάτω κάτω, οι ιστορίες μετά το κυνήγι είναι μέρος της παράδοσής μας και συχνά προσφέρουν περισσότερο γέλιο από το ίδιο το κυνήγι.
Αν, λοιπόν, έχετε κάποιον αδιόρθωτο παραμυθά στην παρέα σας, ξέρετε πια τι παρατσούκλι να του δώσετε: Μινχάουζεν! Και αν τύχει να σας διηγηθεί ότι κατάφερε να γεμίσει την τσάντα του χωρίς να ρίξει ούτε μία τουφεκιά, μην τον αμφισβητήσετε αμέσως. Ποιος ξέρει; Ίσως να έχει ανακαλύψει κι αυτός κάποια καινούργια μέθοδο που δεν έχει καταγραφεί ακόμη στη διεθνή κυνηγετική βιβλιογραφία!




