Εκεί είδαμε κάτι που μέχρι σήμερα προσωπικά δεν έχω ξαναδεί…
Η ομίχλη δυσκολεύει τα καρτέρια του Οκτώβρη και κάθε καρτεριτζής μπορεί να σου διηγηθεί και την εμπειρία του, παθήματα και μαθήματα στους αυχένες και τα διάσελα των περασμάτων.
Όταν βρίσκεις την ομίχλη νυχτιάτικα να σε περιμένει απογοητεύεσαι από την αρχή και μπορεί να αλλάξεις και μεριά, αν έχεις επιλογή. Όταν όμως η μέρα ξημερώνει και η ασπρίλα αρχίζει να ανεβαίνει από το ποτάμι ή τις ρεματιές και να σε κυκλώνει, τότε τα βάζεις με την τύχη σου και περιμένεις.
Πόσες φορές δεν το πάθαμε! Και να έχει και πέρασμα! Να ακούς το τσιπ – τσιπ από τις τσίχλες που περνούν και τις φάσες να φτερουγίζουν και να μην μπορείς να δεις τη μύτη σου…
Η ομίχλη περιορίζει την ορατότητα των κυνηγών σε μεγάλο ή στον μέγιστο βαθμό, ανάλογα με την πυκνότητά της. Και μπορεί αναγκαστικά το αυτί να αντικαθιστά το μάτι, αλλά πόσο έτοιμος μπορεί να είσαι να αντιδράσεις όταν εμφανίζονται μπροστά σου τα γρήγορα κοπαδάκια των περασμάτων;
Από την άλλη η ομίχλη δυσκολεύει τα καρτέρια, καθώς επηρεάζει το πέρασμα και την πορεία των πουλιών. Τα περισσότερα πουλιά επιλέγουν τη λιακάδα πάνω από το πέπλο της ομίχλης και περνούν ανενόχλητα και με ασφάλεια.
Όσα πάλι αποφασίζουν να βουτήξουν στην ασπρίλα, έχοντας χάσει τα οπτικά σημάδια, αλλάζουν εντελώς την πορεία τους, αποφεύγοντας τα κλασικά περάσματα. Αυτό σημαίνει ότι τα καρτέρια που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν αποδοτικά, πλέον μένουν «βουβά».
Κανόνες και εξαιρέσεις…
Η ομίχλη δυσκολεύει τα καρτέρια κι αυτή είναι μια σταθερή διαπίστωση, κάτι σαν κανόνας. Όλοι οι κανόνες όμως έχουν τις εξαιρέσεις τους και μπορεί κάποιες μέρες στα περάσματα να δεις αναπάντεχα πράγματα.
Αφηγούμαι την ακόλουθη ιστορία…
Ένα πρωινό του Οκτώβρη ήταν, στα πρώτα καρτέρια κοντά στα σύνορα. Γύρω μας η ομίχλη πότε ανέβαινε από τα χαμηλά και πότε τραβιόταν. Μεγάλο πέρασμα φάσσας, μόνο που για κάποιο λόγο περνούσαν όλες ψηλά κι αριστερά μας, φεύγοντας πίσω.
Πριν ακόμη περάσει η ώρα, αποφασίσαμε να μετακινηθούμε ακολουθώντας τα πουλιά. Καθώς οδηγούσαμε βλέπαμε τις φάσσες να συνεχίζουν να περνούν και να πηγαίνουν πίσω, σε κάτι χωριά που ξέραμε.
Περνώντας μέσα από το χωριό, στην άκρη επέστρεφε ένας παππούς με ένα μονόκαννο κι έναν τορβά στον ώμο. Σταματήσαμε, καλημεριστήκαμε και τον ρωτήσαμε πώς πήγε το κυνήγι του.
Άνοιξε τον τορβά και μας έδειξε: ήταν γεμάτος φάσσες, ξεπουπουλισμένες για να μην λερώσει την αυλή του σπιτιού. «Παιδιά, τόση φάσσα δε θυμάμαι να έχω ξανατουφεκίσει…»
Πριν ακόμη τελειώσει τη φράση του, πατήσαμε γκάζι και βγήκαμε πίσω από το χωριό, σε ένα σημείο όπου είχε θέα τον κάμπο. Εκεί είδαμε κάτι που μέχρι σήμερα προσωπικά δεν έχω ξαναδεί…
Όλα τα πουλιά είχαν συγκεντρωθεί και είχαν σχηματίσει τεράστια κοπάδια που περιφέρονταν πάνω από την ομίχλη, η οποία απλώνονταν σαν θάλασσα στην επιφάνεια του κάμπου.
Πετούσαν πέρα – δώθε και μπαινόβγαιναν μέσα στην ασπρίλα κάνοντας παιχνίδια. Κατεβαίνοντας σε μια ρεματιά που τις είδαμε να βουτάνε, σταθήκαμε, πιάσαμε πρόχειρα καρτέρια και ξεκινήσαμε το τουφεκίδι.
Λίγο αργότερα μας είχαν τελειώσει τα φυσίγγια…





