Στο Υπουργείο Περιβάλλοντος η πρόταση για τη δημιουργία ειδικής κρατικής υπηρεσίας με 24ωρη δράση, άμεση αντιμετώπιση επικίνδυνων περιστατικών και νέα μέτρα προστασίας για κατοίκους, κυνηγούς και κτηνοτρόφους
Μια ολοκληρωμένη πρόταση για την αντιμετώπιση των ολοένα και συχνότερων προβλημάτων που προκαλούν οι λύκοι και οι αρκούδες στην ελληνική ύπαιθρο κατατέθηκε προς το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ), θέτοντας στο επίκεντρο την ανάγκη δημιουργίας μιας νέας, ειδικής κρατικής υπηρεσίας με δυνατότητα άμεσης παρέμβασης.
Η πρόταση, που υπογράφει ο δικηγόρος Ιορδάνης Κ. Ιορδανίδης, περιλαμβάνει πέντε βασικούς άξονες και προβλέπει τη δημιουργία της Κρατικής Υπηρεσίας Διαχείρισης Άγριας Πανίδας (ΚΥΔΑΠ), με περιφερειακά κλιμάκια που θα βρίσκονται σε ετοιμότητα όλο το 24ωρο.
Το ζήτημα των μεγάλων σαρκοφάγων έχει εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες ανησυχίες των ανθρώπων της υπαίθρου. Κυνηγοί, κτηνοτρόφοι, αγρότες και κάτοικοι ορεινών και ημιορεινών περιοχών αναφέρουν περιστατικά επιθέσεων σε κυνηγόσκυλα και παραγωγικά ζώα, αλλά και εμφανίσεις άγριων ζώων κοντά σε κατοικημένες περιοχές.
Το βασικό επιχείρημα της πρότασης είναι ότι η σημερινή διαχείριση χρειάζεται έναν πιο άμεσο, οργανωμένο και αποτελεσματικό μηχανισμό κρατικής παρέμβασης.
Η δημιουργία της ΚΥΔΑΠ – Μια νέα κρατική υπηρεσία με 24ωρη λειτουργία
Κεντρικό σημείο της πρότασης είναι η ίδρυση της Κρατικής Υπηρεσίας Διαχείρισης Άγριας Πανίδας, η οποία θα υπάγεται απευθείας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Σύμφωνα με τον συντάκτη, η υπηρεσία θα διαθέτει εξειδικευμένα κλιμάκια σε κάθε περιφέρεια, με δυνατότητα άμεσης ανταπόκρισης σε περιστατικά που αφορούν επικίνδυνες προσεγγίσεις ή επιθέσεις άγριων ζώων.
Η στελέχωση θα μπορούσε να βασιστεί σε έμπειρο προσωπικό των δασικών υπηρεσιών, εξειδικευμένους επαγγελματίες και κτηνιάτρους, με σαφείς αρμοδιότητες και συγκεκριμένο πλαίσιο λειτουργίας.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στον διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατικών υπηρεσιών και των επιστημονικών φορέων. Ο ΟΦΥΠΕΚΑ, σύμφωνα με την πρόταση, θα διατηρήσει τον επιστημονικό και συμβουλευτικό του ρόλο, ενώ η επιχειρησιακή διαχείριση των περιστατικών θα ανατεθεί στα ειδικά κρατικά κλιμάκια.
Τέσσερα επίπεδα αντιμετώπισης ανάλογα με την επικινδυνότητα
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της πρότασης είναι η δημιουργία ενός ενιαίου πρωτοκόλλου αντιμετώπισης, με τέσσερα επίπεδα παρέμβασης. Στόχος είναι να μην αντιμετωπίζονται όλες οι εμφανίσεις λύκων και αρκούδων με τον ίδιο τρόπο, αλλά να αξιολογείται κάθε περιστατικό ανάλογα με τη συμπεριφορά του ζώου και τον πραγματικό κίνδυνο για τους ανθρώπους.
Πρώτο επίπεδο – Παρακολούθηση: Όταν ένα άγριο ζώο κινείται στο φυσικό του περιβάλλον χωρίς να εμφανίζει επικίνδυνη συμπεριφορά, προβλέπεται παρακολούθηση και συλλογή πληροφοριών.
Δεύτερο επίπεδο – Αποτροπή προσέγγισης: Όταν παρατηρούνται επαναλαμβανόμενες προσεγγίσεις σε κατοικημένες περιοχές ή σημεία ανθρώπινης δραστηριότητας, προτείνεται οργανωμένη παρέμβαση από εξειδικευμένο προσωπικό, με στόχο την απομάκρυνση του ζώου και την αποφυγή εξοικείωσής του με τον άνθρωπο.
Τρίτο επίπεδο – Διαχείριση προβληματικών περιστατικών: Όταν ένα ζώο εμφανίζει επίμονη και επικίνδυνη συμπεριφορά, προβλέπεται εξειδικευμένη αξιολόγηση και, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, σύλληψη και μεταφορά του σε κατάλληλο χώρο. Στην πρόταση περιλαμβάνεται και η δυνατότητα γενετικών εξετάσεων για τη διερεύνηση της ταυτότητας και της προέλευσής του.
Τέταρτο επίπεδο – Άμεσος κίνδυνος για ανθρώπινη ζωή: Σε περιστατικά πραγματικής και άμεσης απειλής, ο συντάκτης ζητά να υπάρχει σαφές θεσμικό πλαίσιο για την ταχεία επέμβαση των αρμόδιων κρατικών οργάνων, με δυνατότητα εφαρμογής των νόμιμων μέτρων έκτακτης διαχείρισης, όπου αυτό δικαιολογείται.
Η πρόταση επισημαίνει ότι κάθε παρέμβαση θα πρέπει να πραγματοποιείται με βάση επιστημονική αξιολόγηση, αναλογικότητα και τις ισχύουσες εθνικές και ευρωπαϊκές διατάξεις προστασίας της άγριας πανίδας.
Νομική κάλυψη για τους υπαλλήλους που καλούνται να επέμβουν
Ένα ακόμη ζήτημα που αναδεικνύεται είναι η ευθύνη των υπαλλήλων που καλούνται να διαχειριστούν δύσκολα και ενδεχομένως επικίνδυνα περιστατικά. Σύμφωνα με τον συντάκτη, η έλλειψη σαφών διαδικασιών και η αβεβαιότητα σχετικά με τις νομικές συνέπειες μιας παρέμβασης μπορούν να δημιουργήσουν καθυστερήσεις.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται η θεσμοθέτηση συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων και η παροχή νομικής κάλυψης στους υπαλλήλους που ενεργούν νόμιμα και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα. Στο ίδιο πλαίσιο προτείνεται η χρήση καμερών καταγραφής κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, ώστε να υπάρχει πλήρης τεκμηρίωση των περιστατικών και διαφάνεια στις ενέργειες των κλιμακίων.
Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί ένα σύστημα στο οποίο οι αρμόδιοι υπάλληλοι θα γνωρίζουν ακριβώς τι πρέπει να κάνουν, ποια είναι τα όρια των αρμοδιοτήτων τους και ποια διαδικασία πρέπει να ακολουθήσουν.
Οργάνωση της υπηρεσίας μέσα σε τέσσερις μήνες
Η πρόταση προβλέπει ότι η νέα υπηρεσία θα μπορούσε να οργανωθεί σε διάστημα τεσσάρων μηνών, αξιοποιώντας σε μεγάλο βαθμό το ήδη υπάρχον ανθρώπινο δυναμικό.
Συγκεκριμένα, προτείνονται:
- Αξιοποίηση έμπειρων δασικών υπαλλήλων.
- Συνεργασία με κτηνιάτρους και εξειδικευμένο προσωπικό.
- Δημιουργία περιφερειακών ομάδων άμεσης επέμβασης.
- Εξασφάλιση κατάλληλου εξοπλισμού και υποδομών.
- Δημιουργία μηχανισμού άμεσης ενημέρωσης και συντονισμού με τις αρμόδιες αρχές.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη σύνδεση του μηχανισμού με το 112, ώστε οι αναφορές πολιτών για επικίνδυνα περιστατικά να διαβιβάζονται γρήγορα στις αρμόδιες υπηρεσίες.
Στόχος είναι να περιοριστούν οι καθυστερήσεις και να υπάρχει συγκεκριμένος φορέας που θα αναλαμβάνει τον συντονισμό κάθε περιστατικού.
Αποζημιώσεις, ευθύνες των Δήμων και αυστηρότερος έλεγχος
Η πρόταση δεν περιορίζεται στην επιχειρησιακή αντιμετώπιση των άγριων ζώων. Περιλαμβάνει και μέτρα που αφορούν την πρόληψη των περιστατικών και την οικονομική προστασία των ανθρώπων της υπαίθρου.
Μεταξύ άλλων, προτείνονται:
Καλύτερη διαχείριση απορριμμάτων: Οι Δήμοι να προχωρήσουν στην τοποθέτηση κατάλληλων κάδων που δεν επιτρέπουν την πρόσβαση αρκούδων και άλλων άγριων ζώων σε υπολείμματα τροφών.
Αντιμετώπιση της ανεξέλεγκτης σίτισης: Να προβλεφθούν αυστηρότεροι έλεγχοι και κυρώσεις για την εσκεμμένη προσέλκυση άγριων ζώων κοντά σε κατοικημένες περιοχές.
Περιορισμός των αδέσποτων ζώων: Να ενισχυθούν οι δράσεις διαχείρισης των αδέσποτων σκύλων, με έμφαση στην υπεύθυνη ιδιοκτησία και την αποτροπή της ανεξέλεγκτης παρουσίας τους στην ύπαιθρο.
Αναθεώρηση των αποζημιώσεων: Ο συντάκτης ζητά να επανεξεταστεί το σύστημα αποζημιώσεων του ΕΛΓΑ, ώστε οι κτηνοτρόφοι να αποζημιώνονται δικαιότερα και με βάση την πραγματική αξία των ζώων που χάνουν από επιθέσεις λύκων και αρκούδων.
Αυστηρότερες κυρώσεις: Προτείνεται επίσης η αυστηρή αντιμετώπιση παράνομων ενεργειών που σχετίζονται με την απελευθέρωση ή τη μεταφορά άγριων ζώων χωρίς τις προβλεπόμενες άδειες.
Οι παραπάνω παρεμβάσεις αποτελούν προτάσεις του συντάκτη και προϋποθέτουν, σε αρκετές περιπτώσεις, αλλαγές στο ισχύον θεσμικό και διοικητικό πλαίσιο. Το μεγάλο ζητούμενο για κυνηγούς και κτηνοτρόφους Για τους ανθρώπους της υπαίθρου, το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό.
Οι επιθέσεις σε κυνηγόσκυλα, οι απώλειες παραγωγικών ζώων και οι επαναλαμβανόμενες εμφανίσεις μεγάλων σαρκοφάγων κοντά σε κατοικημένες περιοχές δημιουργούν ένα περιβάλλον ανασφάλειας και οικονομικής επιβάρυνσης.
Ιδιαίτερα για τους κυνηγούς, η απώλεια ενός κυνηγόσκυλου δεν αποτελεί απλώς οικονομική ζημιά. Πρόκειται για ένα ζώο με το οποίο ο ιδιοκτήτης έχει αναπτύξει ισχυρό δεσμό, συχνά έπειτα από χρόνια εκπαίδευσης και κοινής παρουσίας στο βουνό.
Αντίστοιχα, για έναν κτηνοτρόφο, η απώλεια ζώων μπορεί να επηρεάσει άμεσα το εισόδημα και τη βιωσιμότητα της εκμετάλλευσής του. Η ανάγκη για αποτελεσματική διαχείριση και προστασία των ανθρώπων που δραστηριοποιούνται στην ύπαιθρο είναι επομένως ένα ζήτημα που απαιτεί σοβαρή αντιμετώπιση.
Η πρόταση που θέτει το ΥΠΕΝ μπροστά στις ευθύνες του
Η δημιουργία μιας ειδικής κρατικής υπηρεσίας για την αντιμετώπιση περιστατικών με λύκους και αρκούδες αποτελεί μια πρόταση που ανοίγει τη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να λειτουργεί η διαχείριση της άγριας πανίδας στην Ελλάδα.
Το βασικό ερώτημα είναι αν η Πολιτεία θα προχωρήσει σε έναν πιο οργανωμένο μηχανισμό άμεσης παρέμβασης, με σαφείς αρμοδιότητες, εξειδικευμένο προσωπικό και συγκεκριμένες διαδικασίες.
Η πρόταση του δικηγόρου Ιορδάνη Κ. Ιορδανίδη επιχειρεί να δώσει μια συνολική απάντηση, συνδυάζοντας την επιχειρησιακή διαχείριση, την πρόληψη, τη νομική κάλυψη και την αποζημίωση των πληγέντων.
Πλέον, το ενδιαφέρον στρέφεται στο κατά πόσο το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας θα εξετάσει τις συγκεκριμένες προτάσεις και αν θα υπάρξει πολιτική πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος που απασχολεί ολοένα και περισσότερους κατοίκους της ελληνικής υπαίθρου.
Η προστασία της άγριας πανίδας και η ασφάλεια των ανθρώπων που ζουν δίπλα της πρέπει να αποτελούν δύο παράλληλους στόχους. Το ζητούμενο είναι να υπάρξει ένα αποτελεσματικό σύστημα που θα εξασφαλίζει τη συνύπαρξη, χωρίς να αφήνει τους κατοίκους της υπαίθρου χωρίς ουσιαστική υποστήριξη.
Η πρόταση υπογράφεται από τον δικηγόρο Ιορδάνη Κ. Ιορδανίδη

