Θα είχε απομείνει άραγε κυνήγι αν δεν είχε θεσπιστεί από την αρμόδια αρχή το όριο κάρπωσης για κάθε είδος θηράματος και το θέμα είχε αφεθεί μόνο στη συνείδηση του κυνηγού;
Τα θηρεύσιμα είδη δεν έχουν την ίδια πληθυσμιακή παρουσία. Το κάθε είδος, ενδημικό ή αποδημητικό, πολλαπλασιάζεται ανάλογα με την επιτυχία των γεννών, με τον αριθμό των νεοσσών που επιβιώνει και με τον χρόνο της σεξουαλικής ωριμότητας των νέων ατόμων.
Τουτέστιν το κάθε είδος έχει τη δική του πληθυσμιακή ιδιαιτερότητα, τη δική του αριθμητική ταυτότητα. Γιατί άλλος είναι ο πληθυσμός του ορτυκιού με τις διπλές γέννες και τα πολλά αβγά ανά γέννα και άλλος του λαγού.
Επόμενο λοιπόν ήταν, για να μην αφανιστούν τα είδη από την ανεξέλεγκτη κάρπωση, να θεσπιστεί από την πολιτεία όριο στον επιτρεπόμενο αριθμό κάρπωσης, πάντοτε με γνώμονα τη πληθυσμιακή κατάσταση του είδους. Με το υπεράριθμο της κάρπωσης να συνιστά παράβαση και να επιβάλλεται ποινή και χρηματικό πρόστιμο.
Η επικαιροποιημένη εκτίμηση της πληθυσμιακής κατάστασης επιτυγχάνεται χάρη στις μελέτες για τη φωλεοποίηση και την αναπαραγωγή των ειδών από τις κυνηγετικές οργανώσεις, αλλά και με τη διακρίβωση της κατάστασης ανά 10ετία από πολυμελή επιστημονική ομάδα (επικαιροποίηση του κόκκινου βιβλίου των ειδών).
Ο συνδυασμός των παραπάνω μελετών αποτελεί τον μπούσουλα για την έκδοση της Ρυθμιστικής Απόφασης, που για τη χώρα μας εκδίδεται σε ετήσια βάση. Στη Ρυθμιστική περιλαμβάνονται, μεταξύ πολλών άλλων, τα είδη που επιτρέπεται να θηρευτούν και το όριο κάρπωσης για το κάθε είδος.
Πρόκειται δηλαδή για μία όχι τυχαία απόφαση, ούτε απόρροια εγκεφάλου που επιδιώκει να θέσει εμπόδια στο κυνήγι, αλλά για απόφαση εναρμονισμένη με την αειφορία του θηραματικού κεφαλαίου και με τη λελογισμένη αφαίρεση ατόμων από το κάθε είδος.
Πειθαρχία ή «ωχ αδερφέ»
Σοφά λοιπόν πράττουν οι ειδικοί επιστήμονες, οι επιφορτισμένοι με το δύσκολο έργο της διαχείρισης των θηραματικών πληθυσμών. Γιατί έτσι επιτυγχάνεται και το κυνήγι και η αειφορία των ειδών.
Ακριβώς στο κρίσιμο σημείο της εφαρμογής των διατάξεων εισέρχεται ο παράγοντας άνθρωπος, και συγκεκριμένα ο παράγοντας κυνηγός, που είναι ο αποδέκτης των ρυθμιστικών διατάξεων.
Με το ερώτημα να είναι, αν θα πειθαρχήσει στις νόμιμες κείμενες διατάξεις ή θα τις αντιμετωπίσει σαν επιταγές που επιδιώκουν την τοποθέτηση εμποδίων στην κυνηγετική του δράση.
Θα κατανοήσει και θα ενστερνιστεί όλα όσα αποσκοπούν στην προστασία, αλλά και στην τιτάνια προσπάθεια των ίδιων των θηραμάτων για την επιβίωσή τους μέσα σε ένα αρνητικό περιβάλλον που μεγεθύνεται με τον χρόνο;
Ή θα υπερισχύσει το ελληνικότατο «ωχ αδερφέ» που σημαίνει ότι τα θεσπισμένα όρια και τα λοιπά μέτρα είναι για τους άλλους και όχι για την αφεντιά του;
Ο κυνηγός-διαχειριστής του χωριού
Τις προπολεμικές και τις αμέσως μεταπολεμικές δεκαετίες, ο έλληνας κυνηγός, ιδιαίτερα ο κυνηγός του χωριού, δεν γνώριζε από όρια κάρπωσης και υπουργικές αποφάσεις.
Λειτουργούσε από μόνος του και σαν καρπωτής που ήταν, κυρίως των ενδημικών του λαγού και της πέρδικας, φρόντιζε με την τακτική του να υπάρχει πάντοτε αντικείμενο στη βουνίσια έξοδο, κοντολογής να συνεργεί άθελά του στην αειφορία του είδους.
Αναφέρω, σαν παράδειγμα, τον παππού της συζύγου μου στο Δωρικό Φωκίδας τη μεταπολεμική περίοδο, ονομαστό στην περιοχή για το σημάδι και για τα καλά λαγόσκυλα που διέθετε. Στην έξοδο χτυπούσε μόνο ένα λαγό, και ας γνώριζε τα γιατάκια τους και ας ξεφώλιαζαν 4-5 λαγούς τα σκυλιά του.
Μόνο σαν είχε καλεσμένους σε τραπέζι από την Άμφισσα ή το Λιδορίκι, χτυπούσε δύο. Και δεν ήταν ο μόνος, αφού οι κυνηγοί της περιοχής λειτουργούσαν με τον ίδιο τρόπο, ακόμα και στις πέρδικες και ας ήταν αμέτρητα τα κοπάδια στα Βαρδούσια.
Εύλογα όμως θα πει ο συνήγορος του διαβόλου: μα όλα καλά γίνονταν παλιότερα; δεν υπήρχαν ακρότητες; Ναι συνάδελφοι. Υπήρχαν από πάντοτε υπερβολές στο όριο, αλλά ήταν ελάχιστες, σταγόνες στον ωκεανό.
Η μοίρα της κάρπωσης του τρυγονιού
Ας δούμε όμως τι συμβαίνει σήμερα και ποιος είναι ο βαθμός συνειδητοποίησης του κυνηγού. Και επί του προκειμένου ποιο καλύτερο παράδειγμα από το όριο κάρπωσης για το ευρωπαϊκό τρυγόνι, το αποδημητικό πουλί που από χρόνια έχει χαρακτηριστεί, κατά IUKN (Διεθνής Ένωση για τη Προστασία της Φύσης), είδος «τρωτό».
Για το ιστορικό του ημερήσιου ορίου κάρπωσης του τρυγονιού καλό είναι να αναφερθεί ότι αρκετά παλιότερα ήταν 15 τρυγόνια ανά ημέρα και κυνηγό.
Μετέπειτα και για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν 12 τρυγόνια, για να φθάσουμε στο κομβικό έτος 2018, με τα 10 κράτη-μέλη της Ε.Ε που κυνηγούν το τρυγόνι και ανήκουν στον ανατολικό μεταναστευτικό διάδρομο, να μάχονται με την Κομισιόν (ευρωπαϊκή επιτροπή περιβάλλοντος) για την μη κατάργηση του φθινοπωρινού κυνηγιού του τρυγονιού.
Η μάχη, όχι ο πόλεμος, κερδήθηκε, αλλά με ποσοτικούς και χρονικούς περιορισμούς, με τη χώρα μας να υποχρεωθεί στη μείωση του ορίου από τα 12 στα 10.
Η συνεχής υποχωρητικότητα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, αρμόδιο για τη Θήρα, «σαλαμοποίησε» το όριο που από 10 έγινε 8, στη συνέχεια 6 και από διετίας ισχύει το 4 τρυγόνια ανά ημέρα και κυνηγό.
Εύπεπτο το 10 και το 8, δύσπεπτο το 4
Η μείωση του ορίου στα 10 και στα 8 τρυγόνια ήταν σχετικά «εύπεπτη» για τη πλειονότητα των κυνηγών, που ναι μεν εξέφρασαν δυσαρέσκεια, αλλά συμμορφώθηκαν, καθώς το όριο των 8 τρυγονιών ανά ημέρα δεν ήταν εύκολο να επιτευχθεί στη πράξη, τόσο στο κυνήγι των ντοπιάρικων, όσο και των διαβατάρικων τρυγονιών.
Οπωσδήποτε τα γραφόμενα πιο πάνω ίσχυαν για τη συντριπτική πλειοψηφία των τρυγονάδων, καθώς πάντοτε υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν φαινόμενα υπέρβασης, αντίθετα με τη νομιμότητα και με την κοινή λογική. Ποια όμως είναι η στάση απέναντι στο μικρό όριο των 4 τρυγονιών; Το κατάπιε και αυτό με την ίδια ευκολία ο κυνηγός;
Οι πυλώνες
Την απάντηση στο κρίσιμο αυτό ερώτημα θα δώσουν οι δύο πυλώνες της κυνηγετικής υπόστασης, η συνείδηση και η πειθαρχία. Οι πυλώνες από τους οποίους απορρέει η ευθύνη του κυνηγού στη ορθή διαχείριση και στην προστασία των θηραματικών πληθυσμών της χώρας.
Γιατί είναι μεγάλη αλήθεια ότι το αριθμητικό όριο των 4 τρυγονιών ανά ημέρα απέχει από το επιθυμητό νούμερο, αλλά και από το νούμερο που μπορεί να ξεπεραστεί με σχετική ευκολία στο πεδίο. Αλλά για να ειπωθούν κουβέντες καθαρές και αντρίκιες, ο κυνηγός στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων.
Κατανοώντας το μέγεθος της ευθύνης για τον κίνδυνο της περαιτέρω μείωσης του είδους και της οριστικής απαγόρευσης του κυνηγιού του, οι περισσότεροι κυνηγοί λειτούργησαν συνειδητά και κινήθηκαν εντός του ορίου, με τους λιγότερους να πειθαρχούν λόγω του φόβου του ελέγχου από τα όργανα της Ομοσπονδιακής Θηροφυλακής και της Δασοφυλακής και κάποιους ελάχιστους να παρανομούν.
Κοντολογής συνειδητοποίησε ο κυνηγός ότι μόνο με τη συμμόρφωση στις επιταγές των ειδικών και στις επιστημονικές μελέτες μπορεί να υπάρξει μέλλον για το συγκεκριμένο κυνήγι.
Συνετή πορεία στα χνάρια των προγόνων
Αναφέρθηκε το τρυγόνι λόγω του πανευρωπαϊκού ενδιαφέροντος και της δραστικής μείωσης του ορίου του. Αλλά και για αρκετά ακόμα θηρεύσιμα είδη, ιδιαίτερα για τα ενδημικά, έγινε περικοπή του ορίου κάρπωσης.
Όμως και για τα είδη αυτά υπήρξε η ίδια αντιμετώπιση από την κυνηγετική οικογένεια. Προτάχθηκε η συνείδηση και ακολούθησε η πειθαρχία στις ορθώς κείμενες διατάξεις.
Ο κυνηγός δεν θα σταματήσει ποτέ να είναι προστάτης της φύσης και συνετός διαχειριστής του θηραματικού πλούτου. Θα βαδίζει σταθερά στα χνάρια των προγόνων του, έχοντας επίγνωση των σημερινών κινδύνων που απειλούν την άγρια ζωή, αλλά και τα εργαλεία για τη σωτηρία της.



