Κατά τα χρόνια της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας (5ος αι. – 1ος αι. π.Χ.), η κάρπωση των άγριων ζώων με οποιονδήποτε τρόπο δεν είχε την εκτίμηση της κοινωνίας, αλλά θεωρούνταν ως υποδεέστερη απασχόληση που αρμόζει σε κατώτερους πολίτες ή στους δούλους.
Κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους (1ος αι. π.Χ. – 5ος αι. μ.Χ.), ορισμένες μορφές κάρπωσης, όπως η ερασιτεχνική θήρα των μεγάλων θηλαστικών, γίνεται προνόμιο των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και δικαίωμα μόνο των ελεύθερων ανθρώπων.
Αυτή η μεταστροφή αντιλήψεων θεωρείται ως απόρροια των επιρροών που δέχθηκαν οι Ρωμαίοι από τους κατακτημένους λαούς, και κυρίως από τους Έλληνες από τους οποίους υιοθέτησαν από τεχνικές θήρας έως και τη θεά του κυνηγίου Diana. (Παπαϊωάννου 2015)
Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους δεν υπήρξε ιδιαίτερη διαφοροποίηση στην κυνηγετική πρακτική ούτε ως προς τα μέσα και τα όπλα ούτε ως προς τα είδη των θηραμάτων. Εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας, πολύ δε περισσότερο σε αυτές, όπως στην νησιώτικη Ελλάδα και στη Μάνη, που ήταν βασικό μέσο για να εξασφαλίζουν τροφή οι κάτοικοι. (ΚΣΕ)
Καθώς ο ένας πολιτισμός επηρεάζει τον άλλο, οι Ρωμαίοι εντάσσουν το κυνήγι στο γραπτό τους δίκαιο και επιτρέπουν να ασκείται απ’ όλους τους ελεύθερους πολίτες. Το κυνήγι όμως στις αυτοκρατορίες διαφοροποιείται ως προς την κοινωνική του διάσταση και αποκτά περισσότερο τον χαρακτήρα επίδειξης δύναμης και εξουσίας από τους άρχοντες.
Έτσι και στα βυζαντινά χρόνια διαφορετικά κυνηγούν οι κατώτερες τάξεις (οι οποίες κυνηγούσαν για το κέρδος) και διαφορετικά οι ανώτερες και ο αυτοκράτορας (που κυνηγούσαν για διασκέδαση). Οι άρχοντες οργανώνουν ομαδικά κυνήγια που συχνά κινητοποιούν πολλούς ανθρώπους με διαφορετικούς ρόλους (θηρευτές, κυναγωγούς, ιερακοθήρες…). (Καραμπατζάκης 2011)
«Κυνηγετικά εκ της εποχής των Κομνηνών και των Παλαιολόγων» (11ος – 15ος αι, μ.Χ.)
Παρόλο που οι πληροφορίες για την βυζαντινή εποχή σπανίζουν, ο βυζαντινολόγος και ακαδημαϊκός Φαίδων Κουκουλές, στο έργο του «Κυνηγετικά εκ της εποχής των Κομνηνών και των Παλαιολόγων» (11ος – 15ος αι, μ.Χ.), μας δίνει μια παραστατική εικόνα της υστεροβυζαντινής περιόδου.
Τα κυνήγια των αρχόντων διενεργούνταν με τη συνδρομή πλήθους ανθρώπων: οι κυρίως θηρευτές και οι βοηθοί τους, οι κοιταστές (έψαχναν την κοίτη του θηράματος), σκυλλαγωγοί, πρωτοϊερακάριοι, ιερακάριοι και πετριτάριοι (εκπαιδευτές γερακιών), καθώς και παρδαλαγωγοί (οδηγοί των κυνηγετικών λεοπαρδάλεων!).
Οι κυνηγοί, αφού επικαλούνταν τη βοήθεια του Θεού, ξεκινούσαν το κυνήγι πριν ακόμη φέξει και φορούσαν κοντά ρούχα για να κινούνται άνετα.
Μέσα άσκησης της θήρας και θηράματα
Μαζί τους κουβαλούσαν τόξο και βέλη, μαχαίρια και μικρά ξίφη, μαστίγιο για να ξεσηκώνουν τους λαγούς και ραβδιά με τα οποία σκότωναν τους λαγούς στο ξεπέταγμα, αλλά και τα πουλιά!
Στη ζώνη τους μπορούσαν να κουβαλούν ρόπαλο, που ονομαζόταν «βαρδούκιο», το οποίο έριχναν στους λαγούς, τους λύκους και στα διάφορα θηρία. Ακόμη, χρησιμοποιούσαν τσεκούρι και ακόντιο στο κυνήγι του αγριογούρουνου, ενώ το τελευταίο χρησιμοποιούνταν και στο κυνήγι της αρκούδας.
Συνηθισμένη ακόμη ήταν και η χρήση των διχτυών, τα οποία ονομαζόταν «λινάρια». Αυτά είτε τα έστηναν και οδηγούσαν τα θηράματα πάνω τους, είτε τα πετούσαν σαν σύννεφο και έπιαναν τα πουλιά, γι’ αυτό και ονομαζόταν «νεφέλες».
Χρησιμοποιούσαν δε οι βυζαντινοί την περίοδο αυτή για την παγίδευση των πτηνών θηλιές, καθώς και αγκίστρια. Ιδιαίτερα συλλάμβαναν τσίχλες την εποχή της συγκομιδής των ελιών, βάζοντας ως δόλωμα σκουλήκια.
Εξάλλου, μεταχειρίζονταν ξόβεργες από κλαδιά αγριελιάς, ροδιάς, αμυγδαλιάς, γκορτσιάς και βελανιδιάς για να πιάνουν σπίνους, φανέτα και αστρόγληνους (στραγαλιανούς, δηλαδή καρδερίνες), ενώ τις σιταρήθρες τις ξεγελούσαν με καθρέφτες.
Κυνηγούσαν ακόμη οι βυζαντινοί πέρδικες και ορτύκια με την βοήθεια των γερακιών, τρυγόνια με τόξο (!), πάπιες, αγριόχηνες, φάσσες, φασιανούς, συκοφάγους, γερανούς, ακόμη και… παγώνια.
Από τετράποδα τους λαγούς (με σκυλιά, δίχτυα, ραβδιά, μαχαίρια, γεράκια, ερωδιούς και… λεοπαρδάλεις), τις αλεπούδες, τα ελάφια (με σκυλιά, τόξα, άλογα, λεοπαρδάλεις), αγριοκάτσικα, αρκούδες, αγριόχοιρους, Ζούμπρους (ευρωπαϊκό Βίσονα, με δόρατα), λεοπαρδάλεις και λιοντάρια.
Σκυλιά και γεράκια
Από τα κυνηγόσκυλα, άριστοι ρινηλάτες θεωρούνταν οι Κρητικοί, ενώ για τη συμπλοκή με τα θηρία οι ινδικοί, που ήταν μεγαλόσωμοι και ανταπέδιδαν τις επιθέσεις των ζώων.
Τα σκυλιά για το κυνήγι των πουλιών, των λαγών, των ελαφιών, των ζαρκαδιών, των αγριογούρουνων και των λιονταριών τα έβγαζαν συχνά για εκπαίδευση και τα τάιζαν καλά, εκτός την ημέρα που θα κυνηγούσαν για να είναι ελαφριά και ορεξάτα.
Όσον αφορά τα γεράκια, πολύ καλά θεωρούνταν όσα προέρχονταν από την Γεωργία, οι πετρίτες της Ζαγοράς και της Στενημάχου (Ημαθίας), οι Ζάγανοι από την Ανατολή, τα Φαλκώνια της Θεσσαλονίκης και της Πελαγωνίας (Μακεδονία), τα Συγκούρια της Μυτιλήνης, τα Τζουράκια από το Μελένικο και τα Μεστά (Χίος) και τα Οξυπτέρια του Διδυμοτείχου.
Κυνηγετικοί περιορισμοί και αλλαγή «καθεστώτος» κατά το Μεσαίωνα
Να είναι άραγε οι ρίζες της διαφοροποίησης στον τρόπο άσκησης της θήρας στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης πολιτικές; Ίσως κάποιες αλλαγές την περίοδο αυτή να μας δίνουν ορισμένες απαντήσεις.
Οι πρώτοι νόμοι που εισήγαγαν κάποιον περιορισμό στη κάρπωση είναι οι νόμοι των Λομβαρδών και ειδικότερα του βασιλιά Ροντάριο, ο οποίος, πρώτος το 643 μ.Χ., θεσπίζει έναν κυνηγετικό κώδικα, που εκτός των άλλων ρυθμίσεων, απαγορεύει τη θήρα, με ποινή αποκεφαλισμού, σε εδάφη ιδιοκτησίας δικής του και αριστοκρατών.
Αρχίζει, πλέον ένα νέο καθεστώς να κυριαρχεί στην Ευρώπη, που χαρακτηρίζεται από μια έντονη τάση προστασίας της άγριας ζωής, με απώτερο σκοπό το κυνηγετικό όφελος των ηγεμόνων και τον περιορισμό των καρπώσεων, με τη δημιουργία ιδιαίτερων περιοχών για τα βασιλικά κυνήγια.
Γενικά, οι προτιμήσεις και μέθοδοι θήρας κατά τα «σκοτεινά» χρόνια του Μεσαίωνα (5ος – 15ος αι. μΧ.), χαρακτηρίζονται από τη διαφοροποίηση μεταξύ ευγενών και αυτοκρατόρων από τη μία και των υπόλοιπων υποτελών ανθρώπων. (Παπαϊωάννου 2015)
← Το κυνήγι στην αρχαία Ελλάδα | Από την Τουρκοκρατία στον 19ο αιώνα →
Οι πηγές που αναφέρονται στο κείμενο, καθώς και οι πηγές των φωτογραφιών, υπάρχουν στην πλήρη βιβλιογραφία της σειράς «Η Ιστορία του Κυνηγιού».



