Η νέα υποχρέωση για τους κυνηγούς από την περίοδο 2026-2027, η διαδικασία καταγραφής της κάρπωσης και ο ρόλος των πραγματικών δεδομένων στις μελλοντικές αποφάσεις για το κυνήγι
Η καταγραφή της κυνηγετικής κάρπωσης αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία για το μέλλον του κυνηγιού στην Ελλάδα. Η υποχρεωτική δήλωση των θηραμάτων μέσω της εφαρμογής ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ δεν αποτελεί πλέον μια απλή διαδικασία καταχώρισης, αλλά ένα σημαντικό εργαλείο συγκέντρωσης επιστημονικών δεδομένων για τη διαχείριση της άγριας πανίδας.
Για την κυνηγετική περίοδο 2026-2027, οι κυνηγοί υποχρεούνται να δηλώνουν την κάρπωση 14 συγκεκριμένων θηρεύσιμων ειδών, πριν αποχωρήσουν από τον κυνηγότοπο. Στόχος είναι η συγκέντρωση πραγματικών στοιχείων για τον αριθμό των θηρευόμενων ατόμων, ώστε να υπάρχει καλύτερη εικόνα για την κατάσταση των πληθυσμών τους.
Το ερώτημα είναι πλέον κατά πόσο αυτή η διαδικασία μπορεί να αποτελέσει ένα ουσιαστικό εργαλείο για την επιστημονική τεκμηρίωση του κυνηγιού και τη διατήρηση της δραστηριότητας τα επόμενα χρόνια.
Ποια είναι τα 14 θηρεύσιμα είδη που πρέπει να δηλώνονται;
Αρχικά, χρειάζεται να διευκρινιστεί ότι δεν πρόκειται για 14 νέα είδη που προστέθηκαν στη λίστα των θηρεύσιμων ειδών. Πρόκειται για είδη για τα οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διερευνά το καθεστώς διατήρησής τους και για τα οποία η ελληνική Ρυθμιστική Απόφαση προβλέπει υποχρεωτική καταγραφή της κάρπωσης.
Τα 14 είδη είναι:
- Σιταρήθρα.
- Ορτύκι.
- Κοκκινότσιχλα.
- Ψαρόνι.
- Σφυριχτάρι.
- Κιρκίρι.
- Σουβλόπαπια.
- Σαρσέλα.
- Χουλιαρόπαπια.
- Κυνηγόπαπια.
- Τσικνόπαπια.
- Φαλαρίδα.
- Μπεκατσίνι.
- Καλημάνα.
Η υποχρέωση αφορά κάθε κυνηγό που θηρεύει κάποιο από τα παραπάνω είδη, ανεξάρτητα από την περιοχή στην οποία πραγματοποιεί την έξοδό του.
Πώς γίνεται η δήλωση της κάρπωσης μέσω της εφαρμογής ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ;
Η διαδικασία πραγματοποιείται ηλεκτρονικά, μέσω της εφαρμογής που έχει προμηθευτεί η Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος (ΚΣΕ).
Κατά την έκδοση της ετήσιας άδειας θήρας, κάθε κυνηγός λαμβάνει έναν μοναδικό δωδεκαψήφιο κωδικό QR, ο οποίος του εξασφαλίζει πρόσβαση στην εφαρμογή.
Εφόσον θηρεύσει κάποιο από τα 14 είδη, οφείλει:
- Να καταχωρίσει το είδος που θηρεύτηκε.
- Να δηλώσει τον αριθμό των θηρευθέντων ατόμων.
- Να ολοκληρώσει τη διαδικασία πριν αποχωρήσει από τον κυνηγότοπο.
- Να μπορεί να επιδείξει την καταχώριση στα αρμόδια ελεγκτικά όργανα.
Υπάρχει επίσης εναλλακτική δυνατότητα για όσους κυνηγούς δεν διαθέτουν smartphone. Σε αυτή την περίπτωση, η δήλωση γίνεται με αποστολή SMS στον αριθμό 6976580000, πριν από την αποχώρηση από την περιοχή άσκησης της θήρας.
Στο μήνυμα πρέπει να αναγράφονται το θηρευθέν είδος, ο αριθμός των ατόμων, το ονοματεπώνυμο, ο δωδεκαψήφιος κωδικός QR και η Περιφερειακή Ενότητα στην οποία πραγματοποιήθηκε η κάρπωση.
Γιατί είναι τόσο σημαντική η καταγραφή των θηραμάτων;
Η συγκέντρωση πραγματικών δεδομένων από την κυνηγετική δραστηριότητα μπορεί να προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για την κατάσταση των θηραματικών πληθυσμών.
Μέχρι σήμερα, η αποτύπωση της κάρπωσης σε πολλές περιπτώσεις βασιζόταν σε εκτιμήσεις, δειγματοληψίες και διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία.
Η ηλεκτρονική καταγραφή προσθέτει μια ακόμη πηγή πληροφόρησης, καθώς συγκεντρώνει δεδομένα από τις πραγματικές κυνηγετικές εξόδους.
Αυτά μπορούν να συμβάλουν:
Στην καλύτερη παρακολούθηση των πληθυσμών: Η καταγραφή του αριθμού των θηρευμάτων ανά περιοχή και χρονική περίοδο προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες για τη διαχείριση των ειδών.
Στην επιστημονική τεκμηρίωση: Τα δεδομένα μπορούν να αξιοποιηθούν από επιστημονικούς φορείς και αρμόδιες υπηρεσίες για την αξιολόγηση της κατάστασης των πληθυσμών.
Στην παρακολούθηση των μεταναστευτικών κινήσεων: Η γεωγραφική κατανομή των καταγραφών μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της παρουσίας και της μετακίνησης μεταναστευτικών ειδών.
Στη λήψη διαχειριστικών αποφάσεων: Η συγκέντρωση περισσότερων στοιχείων μπορεί να υποστηρίξει μελλοντικές αποφάσεις σχετικά με τις περιόδους θήρας, τα ημερήσια όρια και τα μέτρα προστασίας.
Βέβαια, η καταγραφή της κάρπωσης από μόνη της δεν αρκεί για να αποτυπώσει την πραγματική κατάσταση ενός πληθυσμού. Χρειάζεται να συνδυάζεται με επιστημονικές μελέτες, πληθυσμιακές εκτιμήσεις και παρακολούθηση των βιοτόπων.
Τι ισχύει με τα ημερήσια όρια κάρπωσης;
Ένα σημείο που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή είναι η διαφορά μεταξύ της υποχρεωτικής καταγραφής και των επιτρεπόμενων ημερήσιων ορίων.
Η υποχρέωση δήλωσης των 14 ειδών δεν σημαίνει ότι καταργούνται οι περιορισμοί που προβλέπει η Ρυθμιστική Απόφαση Θήρας.
Για την κυνηγετική περίοδο 2026-2027 εξακολουθούν να ισχύουν τα όρια που αναφέρονται στον επίσημο πίνακα θηρεύσιμων ειδών, ανάλογα με το είδος και τις ειδικές ρυθμίσεις που το αφορούν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το τρυγόνι, για το οποίο προβλέπεται ξεχωριστή διαδικασία ηλεκτρονικής καταγραφής, ημερήσιο όριο τεσσάρων ατόμων και ετήσιο εθνικό όριο 36.000 ατόμων.
Για τα υπόλοιπα είδη, οι κυνηγοί πρέπει να συμβουλεύονται τον ισχύοντα πίνακα της Ρυθμιστικής Απόφασης και να μην συγχέουν την υποχρέωση καταγραφής με την απουσία ημερήσιων περιορισμών.
Τι κερδίζουν οι κυνηγοί από τη συλλογή αυτών των δεδομένων;
Για την κυνηγετική κοινότητα, η συστηματική καταγραφή της κάρπωσης έχει ιδιαίτερη θεσμική σημασία.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η διαχείριση των θηρεύσιμων ειδών βρίσκεται στο επίκεντρο ευρωπαϊκών συζητήσεων και επιστημονικών αξιολογήσεων, η ύπαρξη αξιόπιστων στοιχείων μπορεί να ενισχύσει την τεκμηρίωση των θέσεων των Κυνηγετικών Οργανώσεων.
Η δυνατότητα να παρουσιάζονται συγκεκριμένα δεδομένα για την κάρπωση, σε συνδυασμό με επιστημονικές μελέτες, μπορεί να συμβάλει σε έναν πιο ουσιαστικό διάλογο με τις αρμόδιες υπηρεσίες και τα ευρωπαϊκά όργανα.
Δεν σημαίνει, βέβαια, ότι η δήλωση της κάρπωσης εξασφαλίζει αυτομάτως τη διατήρηση των σημερινών ημερήσιων ορίων ή αποκλείει μελλοντικούς περιορισμούς.
Σημαίνει όμως ότι η συζήτηση για το κυνήγι μπορεί να στηρίζεται σε περισσότερα πραγματικά δεδομένα και λιγότερο σε εκτιμήσεις.
Η καταγραφή της κάρπωσης αφορά το μέλλον του κυνηγιού
Η υποχρεωτική καταγραφή των 14 θηρεύσιμων ειδών αποτελεί μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο συγκεντρώνονται τα στοιχεία της κυνηγετικής δραστηριότητας στην Ελλάδα.
Ο κυνηγός δεν καλείται απλώς να ακολουθήσει μια ακόμη διοικητική διαδικασία. Συμμετέχει σε ένα σύστημα συλλογής πληροφοριών που μπορεί να αξιοποιηθεί για την επιστημονική παρακολούθηση και τη διαχείριση της άγριας πανίδας.
Το ζητούμενο πλέον είναι αυτά τα δεδομένα να αξιοποιούνται σωστά, να αξιολογούνται επιστημονικά και να οδηγούν σε τεκμηριωμένες αποφάσεις.
Γιατί το μέλλον του κυνηγιού δεν θα εξαρτηθεί μόνο από το τι υποστηρίζει η κάθε πλευρά, αλλά και από το κατά πόσο υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία για την κατάσταση των θηραματικών πληθυσμών και τη βιωσιμότητα της κάρπωσης.

