Η νοσταλγία μίας εποχής…

- Advertisement -

 

Ένα παιδί και ένας σκύλος μαθαίνουν να κυνηγάνε μαζί, σε μία απέραντη ερημιά που αργότερα “εκσυγχρονίστηκε” και έπαψε να υπάρχει…

κείμενο ΤΖΩΝ ΧΑΜΦΡΕΫΣ από το βιβλίο “Το τέλειο κυνηγόσκυλο” – εκδόσεις “Γιάννης Β. Βασδέκης”

Αίας. Τι όνομα! Μάθαινα για τους Αρχαίους Έλληνες εκείνη την εποχή και ήταν ένας δυνατός πολεμιστής με το όνομα αυτό, που είχε διακριθεί μπροστά στα τείχη της Τροίας. Για μεγάλη μου απογοήτευση, λίγους μήνες μετά κυκλοφόρησε στην αγορά ένα… απορρυπαντικό για νεροχύτες με ίδιο όνομα.
Έτσι, ο φτωχός μου σκύλος ονομάσθηκε… “αφρώδης καθαριστής” από τους μάγκες του χωριού. Στην πραγματικότητα και τα δύο ονόματα ήταν εντελώς αταίριαστα, γιατί δεν ήταν κανένας σιδερένιος πολεμιστής και σφαγέας, παρά ένα ήρεμο, γέρικο πλάσμα, που ήταν δύσκολο να φανταστείς ότι μπορούσε να “αφρίζει”!Ήμουν ένας αντιπαθητικός έφηβος, απογοητευμένος από τη ζωή και με κακές σχέσεις με τους γονείς μου… Ένα αίσθημα που φαντάζομαι ότι το έχουν νιώσει όλοι, στα μέσα της εφηβικής τους ηλικίας. Τον Αίαντα τον αγόρασε ο πατέρας μου, ο Θεός να τον ευλογεί, σαν μέσο συμφιλίωσης μαζί μου.
Ήταν ένα καθαρόαιμο Λαμπραντόρ χωρίς πιστοποιητικά, προερχόμενο από κάποια επαρχιακή πόλη.
Είχε πυκνό τρίχωμα, η μύτη του ήταν σαν του αετού και τα μάτια του ήρεμα. Ότι ήξερα για την εκπαίδευση σκύλων εκείνη την εποχή, μπορούσε να χωρέσει… στο κεφάλι μίας πινέζας! Το πρωί, σηκωνόμουν νωρίς, έτρωγα ένα βιαστικό πρόγευμα και γραμμή για τον βαλτότοπο που ήταν γνωστός σαν “Αμερική”… Πήγαινα με το παλιό ποδήλατο και ο Αίας ερχόταν μαζί μου, με την μύτη κοντά στον πισινό τροχό. Ήσυχα κατηφορίζαμε το λόφο, φτάναμε στο ίσωμα, και από εκεί βλέπαμε στο βάθος την απέραντη έκταση του βαλτότοπου.
Οι πέρδικες κακάριζαν από κοντά και μακριά, από μπρος και από πίσω, από κάθε μεριά! Μετά από ένα μίλι φτάναμε σε ένα κακομοιριασμένο αγρόκτημα: κότες σκάλιζαν τη γη και γένναγαν αυγά, γουρούνια γρύλιζαν από το αυτοσχέδιο κουμάσι τους, ενώ σπασμένα μηχανήματα από τον καιρό του Νώε στεκόντουσαν σαν σκελετοί δεινοσαύρων, αφημένα να σκουριάζουν ανάμεσα στις τσουκνίδες.
Η μυρωδιά ήταν ένα ανακάτεμα από φρεσκοκομμένο άχυρο, μπαγιάτικο χόρτο, τύρφη, ζώα του αγροκτήματος και ξερά φύτρα πατάτας. Και τι δεν θα έδινα να την ξαναμύριζα τώρα!
Ευλογώ τους καλούς αγρότες που μου επέτρεπαν να κυνηγάω στα κτήματά τους. Σε εκτάσεις δέκα στρεμμάτων καλλιεργούσαν πατάτες, που μετά έδωσαν τη θέση τους σε ζαχαρότευτλα. Τα βούρλα ήταν πολλά, και στόλιζαν τα φράγματα που είχαν για όρια. Οι φασιανοί ήταν σπάνιοι, αλλά οι λαγοί και οι αγριόπαπιες κάτι το συνηθισμένο. Όσο για τις πέρδικες, βρίσκονταν τρία κοπάδια σε κάθε χωράφι, ιδιαίτερα σε εκείνα με τις πατάτες! Και ήταν συνηθισμένο να γυρίζω στο σπίτι μου, με δέκα ζευγάρια από αυτές.
Έκρυβα το ποδήλατο στους πεσμένους σωρούς από άχυρο, έκοβα στον ώμο το σάκο που περιείχε και το σάντουίτς μου, έπαιρνα το σκουριασμένο τουφέκι μου και έβγαινα στο πρώτο χωράφι…
Με μόνο συνοδό μου τον Αίαντα, η μέθοδός μου ήταν απλά να “χτενίζω” τα στέμματα μπρος – πίσω. Η έλλειψη εκπαίδευσής του ήταν αξιολύπητη, αλλά λίγο – πολύ είχε μάθει μόνος του τι να κάνει, και με τον τρόπο του δίδαξε κι εμένα.
Μερικές φορές έπρεπε να τρέχω για να τον ακολουθήσω, και ποτέ δεν μπορέσαμε να βρούμε τη σωστή μέθοδο που έπρεπε να εφαρμόσουμε για τους λαγούς.
Αλλά ήταν τόσο αγαπησιάρης και ευγενικός, έκανε τόσα πολλά κατορθώματα και εξαιρετικά απορταρίσματα, που με αποζημίωσαν για τις στιγμές που μου ερχόταν να τον “σκοτώσω” (πάντα από δικό μου λάθος και όχι από δικό του). Προσπαθούσαμε να περπατάμε κόντρα στον άνεμο και είχαμε την τεχνική μας για κάθε χωράφι, ανάλογα με το τι είχε μέσα…
Τις πατάτες τις διασχίζαμε κόντρα στις αυλακιές και όχι παράλληλα με αυτές, γιατί ήταν μεγαλύτερες οι πιθανότητες να βγάλουμε κάνα κοπάδι πέρδικες.
Οι αγρότες θα φώναζαν αν ξεθάβαμε πολλές πατάτες, που πρασίνιζαν εύκολα στις δυνατές ακτίνες του φθινοπώρου. Στα χωράφια με τα παντζάρια περπατούσαμε κατά μήκος των σειρών με τα φυτά, και μάθαμε γρήγορα να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στο τέλος της σειράς, όπου μπορούσε να είχε κουρνιάσει κανένα κοπάδι. Ο Αίαντας, στην περίπτωση αυτή, δεν καταλάβαινε τίποτα: με ένα γρύλισμα αναγνώρισης χυμούσε μπροστά με το κεφάλι κάτω, κουφός στα παρακάλια μου, ενώ εγώ έτρεχα κατοστάρι πίσω του.
Σήκωνε τις πέρδικες 10 μέτρα μακρύτερα από το δραστικό βεληνεκές του όπλου μου. Μετά από αυτό, οι καλαμιές δεν πρόσφεραν μεγάλες συγκινήσεις, γιατί χτενίζονταν πολύ γρήγορα… Ήξερα όμως που βρίσκονταν τα φράγματα με το νερό και, βάζοντας στο λουρί τον Αίαντα, κοιτούσα μέσα από τα βούρλα, ελπίζοντας ότι θα αιφνιδίαζα κάποια οικογένεια πάπιες.
Η ημέρα δεν μου φαινόταν καλή, αν δεν σκότωνα ένα ζευγάρι από δαύτες.
Οι πέρδικες υπήρχαν παντού και πεταγόντουσαν χωρίς προειδοποίηση. Έπρεπε να είσαι γρήγορος, αλλιώς τις έχανες! Σημάδευα το πρώτο πουλί που έβλεπα, γιατί είχα μάθει ότι ήταν ανοησία να αλλάζεις ιδέες, αφού είχες, ήδη, εντοπίσει το στόχο. Με τον καιρό έγινα πολύ καλός και ο Αίαντας ολημερίς απορτάριζε, κυνηγούσε και ξετρύπωνε τα πουλιά, ευτυχισμένος σαν βασιλιάς.
Μία μέρα πετάχτηκαν από μπροστά μας κάπου… 70 πουλιά σε ένα πελώριο κοπάδι! Χτύπησα μόνο μία, που πήρε ύψος και έπεσε δύο χωράφια μακριά, μέσα σε ψηλά στάχια. Ο Αίας έφυγε μόνος του και 10 λεπτά αργότερα, ήρθε αργά πίσω, κρατώντας το πουλί. Δεν είχε ούτε απότομο ξεκίνημα, ούτε στιλ, αλλά τα έκανε όλα με μία βαριά και αξιοπρεπή βραδύτητα…
Έτρωγα το σάντουιτς στη σκιά, στην όχθη ενός φράγματος, με το σάκο και το όπλο δίπλα μου και τον Αίαντα ξαπλωμένο σε κάτι βούρλα.Το βράδυ βρισκόμασταν ευχάριστα κουρασμένοι εκεί που είχαμε αφήσει το ποδήλατο.
Σκονισμένοι, κουρασμένοι και με αργή κίνηση, γυρίζαμε σπίτι από την “Αμερική”. Ο Αίαντας περπατούσε κουρασμένος πίσω μου, και το λουρί του σάκου μου έκοβε τον ώμο από το βάρος των πουλιών!
Πολύ λίγο ήξερα ότι το να κυνηγάς πέρδικες τον Σεπτέμβριο θα έπαυε να είναι της μόδας, ή ότι τα ίδια τα πουλιά θα γίνονταν σπάνια, ή ότι το βαλτοτόπι θα γινόταν “κατοικία” του ανόητου φασιανού, ή ότι τα αγροκτήματα θα τα πουλούσαν, θα τα βελτίωναν, θα τα ψέκαζαν, θα τα άλλαζαν, θα τα έκαναν μεγαλύτερα.
Ούτε φανταζόμουν πως οι φίλοι μου εκεί θα γερνούσαν και θα έβγαιναν στη σύνταξη, δίνοντας τη θέση τους σε νέους, σκληρούς άντρες, ή ότι το δικαίωμα να κυνηγάει κανείς εκεί, θα το πουλούσαν στους κατοίκους των πόλεων. Στην εποχή μου ήταν τρόπος ζωής, τόσο μόνιμος όσο και η χλόη. Και δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα άλλαζε ποτέ. O Aίας ήταν καλός με τις πάπιες, αλλά το τρίχωμά του δεν ήταν τόσο αδιάβροχο, όσο άλλων Λάμπραντορ.
Το χειμώνα φαινόταν σαν να ρούφαγε νερό και μετά να το έβγαζε. Πάντως, έκανε τη δουλειά του απτόητος, με τον δικό του τρόπο, κολυμπώντας αργά και το ίδιο αργά γυρίζοντας, βγαίνοντας από το νερό με αργή κίνηση, αλλά έχοντας την πάπια στο βελούδινο στόμα του. Στα γεράματά του έπαθε ρευματισμούς και εξελίχθηκε σε έναν πολύ… πανούργο σκύλο, που κατόρθωνε πονηρά να πιάνει τις καλύτερες θέσεις στην πολυθρόνα, ή κοντά στη φωτιά. Άφησα τον Αίαντα στο σπίτι, για να πάω στο Κολέγιο.
Τριγύριζε στο χωριό, απολαμβάνοντας τα γηρατειά του με αξιοπρέπεια και μεγάλη πονηριά, μέχρις ότου μία μέρα τον χτύπησε ένα αυτοκίνητο τόσο άσχημα, που ο κτηνίατρος δεν μπόρεσε να του κάνει τίποτα άλλο από ευθανασία…
Ήρθαν ξανά τα δάκρυα στα μάτια, αλλά έτσι πρέπει να γίνεται με τα σκυλιά. Τον θάψαμε στον κήπο και ήπια ένα σκέτο ουίσκι που μου έφερε η μάνα μου, που καταλάβαινε από τέτοια πράματα. Ο σκύλος κι εγώ μοιραστήκαμε μία εποχή, που δεν πρόκειται να ξανάρθει.

breda
35,917ΥποστηρικτέςΚάντε Like
9,830ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
4ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
7,870ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
Athens
few clouds
21.4 ° C
22.4 °
18.2 °
69 %
1.8kmh
20 %
Τρ
26 °
Τε
27 °
Πε
19 °
Πα
24 °
Σα
21 °

ΔΗΜΟΦΙΛΗ