Τσεπέλοβο: ένας παλιός κυνηγός θυμάται…

- Advertisement -

 

Μέσα Νοέμβρη του 2019 και ο βαρύς ουρανός πάνω από τα Ζαγόρια υπόσχεται…  Η καταχνιά του χιονιού που τυλίγει τις κορφές προμηνύει κατεβασιές πουλιών και κυνήγια και η καλύτερη στιγμή για να τα περιμένεις είναι τα μέσα του Φθινοπώρου, όταν όλος ο Χειμώνας είναι μπροστά.

Τέτοιες μέρες βρεθήκαμε πέρυσι να περιπλανιόμαστε στο έλατο για μπεκάτσες, μέσα σε έναν από τους πρώτους χιονιάδες που επισκέφθηκαν τις κορφές της βόρειας Πίνδου. Επειδή όμως το κυνήγι ποτέ δεν έρχεται όταν το περιμένεις, πήραμε εκείνο το μεσημέρι το δρόμο της επιστροφής ατουφέκιστοι. Κουρασμένοι και μουσκεμένοι ως το κόκκαλο τραβήξαμε για το Τσεπέλοβο και μετά από λίγη ώρα ανηφορίζαμε το γκαλντερίμι που οδηγεί στην πλατεία.

Ο μπάρμπα – Δημοσθένης Δεληγιάννης

Στο καφενείο του Θοδωρή η σόμπα ήταν αναμμένη και υπήρχαν ακόμη κανά δυο τραπεζάκια αδειανά. Χωριανοί κι επισκέπτες ανακατεμένοι, απάγκιαζαν εκείνη την κρύα μέρα στο μικρό μαγαζί του ορεινού χωριού. Στη γωνιά που καθίσαμε βρεθήκαμε δίπλα σε έναν ηλικιωμένο κύριο. Περασμένα ογδόντα πια, αλλά παρά την ηλικία του τα μάτια σπινθήριζαν καθώς ρωτούσε να μάθει τα τελευταία νέα από το βουνό.

Το ζωηρό του ενδιαφέρον για τα αποτελέσματα της εξόρμησής μας και το παλιό «Remington» καπέλο που φορούσε (δώρο, όπως μας είπε αργότερα, του γιού του), δεν άφηναν καμία αμφιβολία ότι μιλούσαμε σε έναν κυνηγό. Δεν τον γνωρίζαμε και δε μας γνώριζε, αλλά μήπως είναι η πρώτη φορά που γνωρίζονται οι άνθρωποι με αφορμή το κυνήγι;

Ο κύριος Δημοσθένης μας συστήθηκε κι άρχισε να μας μιλάει για την πρώτη του νιότη, για το βουνό, για τα κυνήγια και στο βλέμμα του άρχισαν να καθρεφτίζονται μία – μία όλες αυτές οι σκηνές που ζωγραφίστηκαν μέσα του με τα πιο ανεξίτηλα χρώματα, ώστε να μην ξεθωριάζουν στο πέρασμα του χρόνου.

Μέτρο και σεβασμός…

Στα λόγια του φαινόταν η αγάπη για το κυνήγι κι έλλειπαν οι υπερβολές. Δεν είχε διάθεση να εντυπωσιάσει με αριθμούς και κατορθώματα, παρά μιλούσε για κυνήγια με μέτρο και σκοπό, κυνήγια από τα οποία οι χωριανοί αποκόμιζαν θηράματα για τις ανάγκες του σπιτιού, ή συμπλήρωναν το οικογενειακό εισόδημα εμπορευόμενοι τις γούνες και τα δέρματα.

Ήξεραν οι παλιοί να κυνηγάνε με σεβασμό και να «μετρούν τα κουκιά», ήξεραν πως οι νόμοι της φύσης δε συγχωρούν την απληστία. Ένιωθαν το βουνό «δικό τους» και το φύλαγαν. Λίγα φυσίγγια, λίγες τουφεκιές, σύνεση και λιτότητα διαμόρφωναν τη «φιλοσοφία» τους.

Η βασική «ειδικότητά» του ήταν λαγάς, αν και αυτό δεν απέκλειε τη συμμετοχή του και στα άλλα κυνήγια. Κάποια στιγμή, μάλιστα, ο μπάρμπα – Δημοσθένης απέκτησε και φέρμα, με την οποία κυνηγούσε πέρδικες, καθώς τότε «τον άκουγαν» τα πόδια του. «Σε τέσσερις ώρες κι ένα τέταρτο έφτανα με τον γιο μου από το χωριό στην Αστράκα», μας λέει, «δεν κάπνιζα και διατηρούσα πολύ καλή φυσική κατάσταση. Ούτε κρύο καταλαβαίναμε, ούτε κόπο και κακουχίες».

 

 

Από πουλιά κυνηγούσε και μπεκάτσες, τις οποίες όμως κρατούσε ο τόπος μόνο περιστασιακά. «Για λίγο καθόταν, ενώ μόλις έπιαναν οι πάγοι και τα χιόνια κατέβαιναν χαμηλότερα». Ο παλιός κυνηγός έχει ακόμη να λέει και για τα κοπάδια με τις φάσσες που φιλοξενούσαν τα έλατα, τα οποία κάποιες χρονιές ήταν «ατέλειωτα»…

Το κυνήγι τις εποχές του μπάρμπα – Δημοσθένη δεν είχε τη σημερινή «εξειδίκευση», γι’ αυτό και ο ίδιος ήταν ταυτόχρονα και μέλος της γουρουνοπαρέας του χωριού. Τα αγριογούρουνα τότε ήταν τόσο λίγα, ώστε η θήρευση ενός αγριόχοιρου αποτελούσε «γεγονός». Ωστόσο, όλα τα κυνήγια συνιστούσαν ξεχωριστό «κεφάλαιο» και μια αφορμή για επικοινωνία των κατοίκων, για κουβέντες και συζητήσεις.

Οι κυνηγοί του χωριού μοιράζονταν την εμπειρία τους, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες από τις εξορμήσεις τους στον Χάβο, στο Χλιμόδι, στον Μέγα Λάκκο και στον Κοζακό. «Εκείνα τα χρόνια μαζευόμασταν στο μαγαζί μου και μιλούσαμε. Δεν κρατούσαμε μυστικά ο ένας από τον άλλο. Αλλά κάποια στιγμή μπήκε άλλο πνεύμα, δε λέγαμε, δε μαρτυρούσαμε κι άρχισε ο καθένας να κλείνεται στον εαυτό του. Δεν ξέρω πώς φτάσαμε να το βλέπουμε έτσι, αλλά από τότε το κυνήγι για μένα έπαψε να είναι το ίδιο», λέει με παράπονο.

Το παλιό τετράδιο…

Το μαγαζί του μπάρμπα – Δημοσθένη ονομαζόταν «κυνηγετική συνάντηση». Δέχτηκε μάλιστα να μας πάει να το δούμε από κοντά. Φαντάζεστε την έκπληξή μου, όταν διαπίστωσα πως η «κυνηγετική συνάντηση» δεν ήταν καφενείο, αλλά υποδηματοποιείο…

Αυτό ήταν το επάγγελμα του. Κι όπως έμαθα από τον συγχωριανό του κ. Γιώργο Δούβαλη, ήταν πολύ καλός μάστορας. Η φήμη του έφτανε και στα άλλα χωριά, απ’ όπου ερχόταν για να φτιάξουν τα παπούτσια τους οι κτηνοτρόφοι και οι δασεργάτες. Παπούτσια ανθεκτικά στη σκληρή χρήση, με δέρματα αγορασμένα από τα περίφημα ταμπάκικα των Ιωαννίνων. Έφτιαχνε βέβαια και λουστρίνια και «επίσημα» παπούτσια, όλα καμωμένα από την αρχή, με πατρόν, παραγγελία στο πόδι του πελάτη.

Στο παλιό μαγαζί με τις μηχανές και τα εργαλεία του τσαγκάρη, ανάμεσα στα κυνηγετικά κάδρα του τοίχου και τις αναμνήσεις μιας ζωής, η ατμόσφαιρα φορτίζονταν από την αγάπη του παλιού κυνηγού για το πάθος του. Ανάμεσα στα λόγια του κατάλαβα ότι διατηρούσε ακόμη το τετράδιο που κατέγραφε τα πεπραγμένα της κυνηγετικής του «θητείας».

Δεν τόλμησα να του το ζητήσω. Το θεώρησα αδιακρισία…

breda
35,917ΥποστηρικτέςΚάντε Like
9,830ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
4ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
7,870ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
Athens
few clouds
21.4 ° C
22.4 °
18.2 °
69 %
1.8kmh
20 %
Τρ
26 °
Τε
27 °
Πε
19 °
Πα
24 °
Σα
21 °

ΔΗΜΟΦΙΛΗ