Τα διαβατάρικα πουλιά του Απρίλη

- Advertisement -

 

Είναι κάπου στα τέλη Μαρτίου του 1936, η εποχή των επιστροφίων των υδρόβιων και παρυδάτιων πουλιών από έναν παραδοσιακό κυνηγότοπο αυτής της εποχής, τον Μεσσηνιακό κόλπο.

 

Του Άρι Χελά

 

Οι κυνηγοί περιμένουν το αρμόδιο υπουργείο για το αν θα δώσει ειδική άδεια θήρας για ακόμα μία χρονιά, για το αν θα μπορέσουν να κάνουν μερικές τουφεκιές στις χιλιάδες των υδροβίων που καταφτάνουν στις ακτές αυτές τις μέρες και που κάνουν τα μάτια και τις καρδιές των κυνηγών να φτερουγίζουν στη θέα των κοπαδιών που μαυρίζουν τον ουρανό. Η ιδιαίτερη γεωγραφική θέση του Μεσσηνιακού κόλπου, σαν «ανοιχτή τανάλια» όπως χαρακτηριστικά αναφερόταν, ένα ημικύκλιο θάλασσας γεμάτο αμμουδερές παραλίες και βαλτοχώραφα περιτριγυρισμένο και ταμπουρωμένο από βουνά, αποτελούσε και αποτελεί πόλο έλξης για τα επιστρόφια. Αποτελεί ένα φυσικό απάγκιο στο νοτιότερο άκρο της χώρας μας, έναν από τους πρώτους σταθμούς των πουλιών μετά το πέρασμά τους από  τη Μεσόγειο, κάποτε έναν πραγματικό παράδεισο για κυνηγούς από όλη την Ελλάδα.

 

Σύννεφο τα μπουλούκια

 

Στα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου τα μπουλούκια άρχιζαν να πυκνώνουν και να γίνονται πελώρια σύννεφα που με τα παιχνίδια τους βαθειά στη θάλασσα έπαιρναν σχήματα, άλλες φορές απροσδιόριστα, άλλες φορές ανάλογα της φαντασίας του καθενός. Ψαλίδια, μαρτίνια και κάθε λογής παρυδάτια  γέμιζαν τις ακτογραμμές μήκους περίπου 20 χιλιομέτρων. Το κυνήγι αυτήν την εποχή ήταν παράδοση για την περιοχή, ήταν γιορτή για κυνηγούς κάθε ηλικίας, για παιδιά που έκαναν τις πρώτες τους τουφεκιές με την τσάγκρα τους, για επισκέπτες με τις πρώτες αυτόματες καραμπίνες από το εξωτερικό ή για ηλικιωμένους που ευχαριστούσαν τον Κύριο που αξιώνονταν να ζήσουν για ακόμα μία χρονιά αυτό το μεγαλείο της φύσης. Οι φυλάχτρες στήνονταν στην άμμο, είτε με κλαδιά και χόρτα, είτε σκάβοντας μία τρύπα κάτω ώστε να κρύψουν οι κυνηγοί τη σιλουέτα τους και ο κόσμος ήταν πολύς, Πάρα πολύς. Φασαρίες, φωνές, εκνευρισμός και τσακωμοί δεν έλειπαν από την καθημερινότητα αυτής της εποχής στο ακροθαλάσσι του Μεσσηνιακού κόλπου αφού όλοι ήθελαν μερίδιο από αυτή την εμπειρία. Κλασσικά όπως και τώρα, τα καλύτερα καρτέρια βρίσκονταν εκεί που τα βρόχινα νερά μέσω κάποιου παραπόταμου χύνονταν στη θάλασσα. Τα καλάμια και οι βουρλιές που φύτρωναν σε αυτά τα σημεία, έδιναν μία επιπλέον ασφάλεια στα υδρόβια που διάλεγαν τους υδάτινους διαδρόμους για να αφήσουν την ασφάλεια της θάλασσας, και αυτό γινόταν για λίγο, για λίγη ώρα το απόγευμα. Το όνειρο ξεκινούσε κάπου που άρχιζε να δύει ο ήλιος και για κάποια ώρα ο ουρανός γέμιζε φωνές και ζωή. Το σφύριγμα των ψαλιδιών, το χαρακτηριστικό κροτάλισμα της εαρινής σαρσέλας σαν παιδικό παιχνίδι, και τα μακρόσυρτα σφυρίγματα από τα τουρλιά χαράζονταν στις καρδιές των κυνηγών. Αν τα πουλιά δεν είχαν κυνηγηθεί με πλωτά μέσα μέσα στη θάλασσα -συνέβαινε και αυτό πολύ συχνά-, τότε τα μπουλούκια έβγαιναν λίγα λίγα, πιο στρωτά και σε μεγαλύτερο πλάτος της ακτογραμμής, ήταν για όλους.

 

Τις μέρες με τις βάρκες

 

Αντίθετα, τις μέρες που οι βάρκες προσπαθούσαν να «ζώσουν» τα πουλιά μέσα στη θάλασσα, αυτά ακολουθώντας το ένστικτό της επιβίωσης δημιουργούσαν μεγάλα κοπάδια, πέταγαν ψηλά και μόνο τα καλά καρτέρια κατάφερναν να κάνουν μερικά πουλιά. Οι τουφεκιές συνεχίζονταν μέχρι το βάθος του κάμπου, μέχρι τους πρόποδες του βουνού και όλα αυτά για λίγα λεπτά, για λίγες μέρες, με το άγχος και τη λαχτάρα της έκτακτης άδειας θήρας που εξέδιδε το αρμόδιο υπουργείο κάθε χρόνο κατ’ εξαίρεση.

Κάπως έτσι περιγράφεται το κυνήγι των ανοιξιάτικων θηραμάτων στο Μεσσηνιακό κόλπο, σε ένα τεύχος των «ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΩΝ ΝΕΩΝ» του μηνός Απριλίου του 1936 παρακαλώ, από τον Απόστολο Μιχ. Παπαδέα σε μερικά κιτρινισμένα φύλλα που μυρίζουν κάτι παλαιικό αλλά γεμάτο γοητεία, μυρίζουν νοτισμένο από την υγρασία χαρτί.

 

Η ατμόσφαιρα σήμερα

 

Νοτισμένη από την υγρασία είναι και σήμερα η ατμόσφαιρα καθώς κάθομαι στο ακροθαλάσσι και χαζεύω την ίδια θάλασσα, τόσα χρόνια μετά. Τόσος πολιτισμός που έκανε τις παραλίες και τα βαλτοχώραφα, οικόπεδα, ξενοδοχεία και καλλιέργειες, που η πόλη επεκτάθηκε σε όλη αυτή την ακτογραμμή, αλλά ακόμα και έτσι το ένστικτο της αποδημίας οδήγησε τα πουλιά εδώ. Ο βραδινός αέρας με τη βροχή τα «έκοψε» και βολτάρουν και πάλι ανοιχτά στη θάλασσα. Ο νότιος και ο νοτιανατολικός άνεμος είναι ο καιρός τους, είναι ο αέρας που τα βάζει σε αυτόν τον μικρό κόλπο της χώρας μας και που θα τα κρατήσει αναγκαστικά μέχρι να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Η εαρινή σαρσέλα, «μαρτίνι», «μασουράκι», «κρινέλι», «μαρτέλι» ή όπως αλλιώς τα ονομάζει τοπικά κάθε περιοχή, είναι από τα πιο όμορφα και τα πιο εντυπωσιακά στην πτήση τους, παπιά. Περνούν αρκετά νωρίς από τη χώρα μας στην φθινοπωρινή αποδημία (για την ακρίβεια μεταναστεύουν πρώτα λόγω της ευαισθησίας τους στο κρύο),  τον Σεπτέμβριο, με ασχημάτιστο πτέρωμα, κάνοντας ελάχιστες στάσεις στους ελληνικούς υδροβιότοπους μόνο αν είναι ανάγκη, και επιστρέφουν με πλήρες πια φτέρωμα και την χαρακτηριστική λευκή λωρίδα στο κεφάλι, τον Μάρτιο και τον Απρίλη γεμίζοντας με τα παιχνίδια τους πολλές θάλασσες και υδροβιότοπους κυρίως της δυτικής αλλά όχι μόνο Ελλάδας. Τα τσαλίμια τους όταν πετούν κοπαδιαστά είναι εντυπωσιακά, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που βουτάνε ακανόνιστα στα νερά με τις κοιλιές τους εντελώς ανάποδα. Σήμερα παίζουν και μερικά ψαλίδια μαζί, ίσως τα τελευταία για φέτος, ντελικάτα όπως πάντα. Γυρίζω κάθε τόσο τον υαλοκαθαριστήρα να διώξει τις σταγόνες από τις ψιχάλες και απομακρύνομαι όσο μπορώ από τον πολιτισμό.

 

Η θάλασσα έβαλε τα πάντα

 

Ο καιρός έκοψε πουλιά κάθε λογής σήμερα, «η θάλασσα έβαλε τα πάντα» όπως χαρακτηριστικά έλεγαν οι παλιοί. Τουρλίδες κάθε μεγέθους, θαλασσομπεκάτσες, λιμόζες, χαλκόκοτες, τα πάντα βολτάρουν σήμερα στον ουρανό κοντράροντας τον δυνατό αέρα και κάθε τόσο μεγάλα μπουλούκια από μαρτίνια αχνοφαίνονται σαν ψείρες, εκατοντάδες μέτρα ψηλά να μπαίνουν ανατολικά από το βουνό και να χαμηλώνουν ψάχνοντας απάγκιο μέσα στη θάλασσα. Ο καιρός πέταξε τα πουλιά ανατολικά. Η μαγεία της αποδημίας. Τα κροταλίσματα από τα μαρτίνια ακούγονται όσο πλησιάζω τις γκιόλες με τα βρόχινα νερά του χειμώνα. Τα πουλιά είναι μέσα και όσο προσπαθώ να βγω αθόρυβα μέσα από τα καλάμια για να τραβήξω μερικές φωτογραφίες, τόσο η καρδιά χτυπάει πιο δυνατά, είναι στη φύση του κυνηγού μάλλον. Καταφέρνω μερικές φωτογραφίες μέχρι που με παίρνουν χαμπάρι και σηκώνονται. Οι βουτιές που κάνουν από ψηλά γυρνώντας και πάλι προς τα νερά είναι ακροβατικές και δύσκολα αποτυπώνονται στο φωτογραφικό φακό. Θήραμα που μάλλον δύσκολα θα χαρεί ξανά ο Έλληνας κυνηγός πέρα από μερικές χρονιές που ο άστατος καιρός μετά τις 15 Σεπτέμβρη που ανοίγει το παπί, τα αναγκάζει να κάνουν μικρές στάσεις πριν το πέρασμα της Μεσογείου.

 

Τρυγόνια και σαρσέλες

 

Δεν θα ξεχάσω ποτέ μία χρονιά με βροχή από τις 12 μέχρι τις 15 Σεπτέμβρη που έκοψε τα πουλιά και γέμισε τις γκιόλες νερά. 15 Σεπτέμβρη στο άνοιγμα, και μαζί με τα τρυγόνια που έμπαιναν ασταμάτητα από τη θάλασσα, έμπαιναν και τα κοπάδια με τις σαρσέλες. Απίθανα όμορφο κυνήγι σε ένα παπί που είναι χαραγμένο για την ομορφιά του στις καρδιές όλων των παλαιότερων κυνηγών.  Από μικρό παιδί ¨κυνηγάω¨ με τη φωτογραφική μηχανή τα διαβατιάρικα πουλιά του Απρίλη, με γεμίζει, αρκετά χρόνια τώρα που οι τόποι αλλάζουν χρόνο με το χρόνο, γίνονται πιο αφιλόξενοι, άσχημο συναίσθημα να το βλέπεις να συμβαίνει, κι όμως τα πουλιά μπαίνουν ακόμα σε αυτό το μικρό θαλάσσιο κόλπο. Μπαίνουν για λίγο, από ανάγκη λόγω καιρού πλέον, και φεύγουν, άλλες χρονιές περισσότερα άλλες λιγότερα, πλέον ο καιρός είναι ρυθμιστής της παρουσίας τους και όχι απλά το ένστικτό. Και όταν φτιάχνει ο καιρός, σαν κάνει η μέρα να φύγει και κάτσεις ψηλά στα υψώματα πάνω από την πόλη, τα βλέπεις να κοπαδιάζουν στη θάλασσα, να γίνονται μαύρα σύννεφα βαθειά και λίγα λίγα να περνάνε ελάχιστα πάνω από τις  ταράτσες των πολυκατοικιών και να χάνονται ανάμεσα στα βουνά πίσω σου για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Στα ίδια βουνά που χάνονταν και για τους κυνηγούς του 1936…

breda
35,944ΥποστηρικτέςΚάντε Like
9,823ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
4ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
7,870ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
Athens
clear sky
28 ° C
31.6 °
25.8 °
34 %
4.5kmh
0 %
Κυ
28 °
Δε
28 °
Τρ
27 °
Τε
28 °
Πε
31 °

ΔΗΜΟΦΙΛΗ