Σκυλιά… για όλα τα θηράματα

- Advertisement -

 

Πάνε χρόνια πολλά από τις πρώτες κυνηγετικές αναζητήσεις μου. Χρόνια τόσα, που χάνεται η μνήμη στην ομίχλη τους. Εκείνο που μένει από τα «παλιά» άσβηστο στον «σκληρό δίσκο» των αναμνήσεων από τα πρώτα δειλά βήματα στους κυνηγότοπους, είναι η αναζήτηση κυνηγόσκυλου, για όλα τα θηράματα (!).

κείμενο NIKOΣ ΤΖΙΑΝΙΔΗΣ

Η επαφή με παλιούς κυνηγούς, κατέχοντες σκύλους φέρμας με άριστες επιδόσεις, με είχαν γοητεύσει και με έκαναν να ζηλεύω που εγώ δεν μπορούσα να αποκτήσω κάποιο σκυλί ανάλογων προσόντων. Θες η διαμονή μου σε πολυκατοικία σε κεντρική συνοικία της Αθήνας, θέλεις η έλλειψη χρόνου, το καλό σκυλί δεν ήρθε σύντομα στην κυνηγετική ζωή μου (κι ακόμα είναι η αλήθεια το περιμένω).

Κάποια φορά σε μία εξόρμηση για φάσσες στα βουνά του Λιδορικίου, εκεί που καρτερούσα τα κοπάδια του μεγαλόσωμου περιστεροειδούς, άκουσα κουδουνάκι από σκυλί να πλησιάζει. Πραγματικά, σε λίγα λεπτά ένα λαγόσκυλο, «ελληνικό ιχνηλάτη» τον λέμε πια, «γκέκας» τον γνωρίζουν οι ειδικοί, με πλησίασε και στάθηκε πλάι μου σαν να ήμουν εγώ το αφεντικό του. Όσο κυνηγούσα τριγύριζε πλάι μου, με το τσοκανάκι του να ηχεί ασταμάτητα.

Ακολούθησε στο καρτέρι

Το σκυλί με ακολούθησε, ακόμα κι όταν αποφάσισα να αλλάξω καρτέρι. Ήταν ένα θηλυκό ντελικάτο «γκέκικο», νεαρό στην ηλικία και εξοικειωμένο με τους ανθρώπους και τις τουφεκιές. Το σκυλί δεν απομακρύνθηκε από το πλάι μου επί ώρες. Κι όταν κατευθύνθηκα στο αυτοκίνητο για να εγκαταλείψω τον κυνηγότοπο, με το που άνοιξα το πορτ μπαγκάζ, πήδηξε μέσα και με κοίταξε με βλέμμα παρακλητικό. Το πήρα και κατευθύνθηκα στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής. Κατέθεσα το γεγονός, έδωσα τα στοιχεία μου και με διαβεβαίωσαν, πως αν κάποιος το αναζητούσε θα με ειδοποιούσαν.

Δεν με ειδοποίησαν ποτέ. Το σκυλί μου έμεινε, το ονόμασα «Τζουρ» και βάλθηκα να το μάθω να φερμάρει… Θυμάμαι είχα τηλεφωνήσει σε δύο αδέλφια, σπουδαίους εκπαιδευτές κυνηγόσκυλων τότε, στην Εύβοια και με είχαν συμβουλεύσει:

«Παλιά οι κυνηγοί με έναν γκέκα, με ένα ημίαιμο αν θέλεις, όργωναν τα βουνά και κυνηγούσαν τα πάντα και πέρδικες και λαγούς και ορτύκια, αρκεί να είχαν τον απόλυτο έλεγχο του σκυλιού. Τα σκυλιά σαν το δικό σου ανοίγονται και δεν φερμάρουν, αν το μάθεις να κυνηγάει πλάι σου θα το χρησιμοποιείς όπως θέλεις αρκεί να υπερνικήσει τα ένστικτά του». Αυτά μου είπαν κι εγώ δεν κατάλαβα ότι με προέτρεπαν να μην ασχοληθώ με έναν ιχνηλάτη που ήθελα να τον μετατρέψω σε πουλόσκυλο.

Αχώριστος σύντροφος

Από εκείνη την ημέρα το σκυλί έγινε αχώριστος σύντροφος στο κυνήγι. Αχώριστος… τρόπος του λέγειν. Άνοιγα την πόρτα του αυτοκινήτου και ξεχυνόταν προς αναζήτηση θηράματος. Εγώ για τσίχλες, για πέρδικες, για ορτύκια. Η «Τζουρ» για τα δικά της… Δεν αλλάζει η φύση! Μόνο που καμιά φορά η αγάπη μπορεί να υποχρεώσει κάποιους να κάνουν βήματα πίσω για να ανταμώσουν ό,τι αγαπούν… Και ο «ελληνικός ιχνηλάτης», προκειμένου να είναι πιο κοντά μου, με τον καιρό άφησε τις μακρινές αναζητήσεις του και έφευγε 100 το πολύ 150 μέτρα μπροστά και επέστρεφε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

Όταν σήκωνα πέρδικες τις ακολουθούσε μέχρι που χάνονταν στις χαράδρες. Όταν κατάφερνα να πάρω κάποιες φορές κάποια από αυτές, την έπιανε στο στόμα και με περίμενε να πάω κοντά να την αφήσει στα χέρια μου. Πουλιά δεν θυμάμαι να μου σήκωσε ποτέ, όμως τουλάχιστον τρεις φορές είχε βγάλει λαγό και τον είχε καταδιώξει χωρίς να τον τουφεκίσω αφού αλλού ήμουν εγώ κι αλλού το σκυλί…

Με τα χρόνια, η Τζουρ έγινε περισσότερο σκυλί συντροφιάς – στο κυνήγι – παρά κυνηγόσκυλο. Πλάι μου, περισσότερο λειτουργούσε σαν φίλος. Κάποτε σε πέρασμα ορτυκιών είχε μαγευτεί από τα «σηκώματα» και τις τουφεκιές. Στο επόμενο κυνήγι του μικρόσωμου αποδημητικού, προσπαθούσε να μοιάσει σε Σέττερ ή καλύτερα σε Κούρτσχααρ. Δεν το κατάφερε! Όμως η συμβολή (στην αναζήτηση των σκοτωμένων πουλιών με την υπόδειξή μου) και η συντροφιά του ήταν ανεκτίμητη. Ποτέ δεν έγινε το «κάτι άλλο» από αυτό που ήταν. Η Τζουρ γεννήθηκε «ελληνικός ιχνηλάτης» και ως «ελληνικός ιχνηλάτης» πέθανε ένα πρωί χτυπημένη από αγριόχοιρο στα Γιάννενα. Πήρε τις οσμές, τα γουρούνια ήταν κοντά, τα καταδίωξε, δίχως να καταλάβω τίποτα και μόνο όταν άκουσα τα γρυλίσματα του πόνου έτρεξα κοντά της. Ήταν χτυπημένη άσχημα, με κοίταξε όπως το ‘χε συνήθειο της, παρακλητικά και έσβησε, αφήνοντάς με κεραυνοβολημένο. Η φύση δεν νικιέται, πάει και τέλειωσε.

Με Ντράχτχααρ για λαγό

Κι όμως πολλά χρόνια αργότερα μία άλλη περίπτωση, αντίθετη από τη δική μου, με είχε εντυπωσιάσει. Στα χωριά της Λακωνίας, αυτά που «βλέπουν» τον Πάρνωνα κι απλώνεται ανάμεσά τους μία «θάλασσα» εσπεριδοειδή, πηγαίναμε για τσίχλες περπατητό και μπεκάτσες, σαν «άσπριζαν» οι πλαγιές. Εκείνη την εποχή τα αγριογούρουνα δεν είχαν εισβάλει σαν τον Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και οι ντόπιοι κυνηγοί λάτρευαν το ορτύκι, την τσίχλα και το λαγό. Εκεί γνώρισα τον Σαράντο τον Ζερβουλάκο, από την Γράμμουσα, δεινό λαγοκυνηγό, έμπειρο, με μία περίεργη ιστορία όμως, ανάλογη της δικής μου.

Με σκυλιά που θύμιζαν «ελληνικό ιχνηλάτη» έβγαινε στα βουνά και οι επιτυχίες του ήταν παροιμιώδεις. Λαγός δεν του γλίτωνε. Μέχρι που σε κάποιο κυνήγι τα σκυλιά δεν γύρισαν. Τρόμαξε, τα αναζήτησε ολημερίς και την επομένη, αλλά πουθενά δεν εμφανίστηκαν. Σπάνιο για τα δικά του λαγόσκυλα. Μία εβδομάδα μετά, τον οδήγησε φίλος του εκεί που είχε εντοπίσει κατασπαραγμένα τα δύο σκυλιά. Αγέλη από τσοπανόσκυλα είχαν επιτεθεί στους ιχνηλάτες τους είχαν κυκλώσει και τα δύσμοιρα τα κυνηγόσκυλα είχαν παραδοθεί στα ρωμαλέα ποιμενικά, ήταν η ένδειξη από το σκηνικό του «φόνου». Ο πόνος του κυνηγού ήταν δυσβάστακτος.

«Έκλαιγα σαν παιδί. Ήταν σαν να έχασα κάποιον δικό μου άνθρωπο», έλεγε τότε με συγκίνηση κι οργή. Oι ιστορίες στα χωριά ταξιδεύουν με ταχύτητα φωτός. Τσοπάνος της περιοχής άκουσε το πάθημα του κυνηγού, τον συμπόνεσε και τον πλησίασε, νιώθοντας κάπως ένοχα για την συμπεριφορά τσοπανόσκυλων, που δεν ήταν δικά του, όπως είπε, αλλά…

«Θα σου χαρίσω ένα Ντράχτχααρ», του είπε του Σαράντου. «Και για λαγό κάνει…», πρόσθεσε για να του απαλύνει τον πόνο. Και του το χάρισε. Μηνών ήταν το γερμανικό μακρύτριχο σκυλί κι όταν το είδε ο λαγοκυνηγός κατάλαβε πως δεν ήταν αυτό που περίμενε.

Τη ράτσα δεν την είχε ακούσει ξανά και είχε φανταστεί πως θα ήταν λαγόσκυλο, για να του το δίνει ο φίλος. Δεν ήταν όμως. Ο κυνηγός το πήρε, το φρόντισε και άρχισε να βγαίνει στα βουνά με τις συνήθειες τις παλιές: της αναζήτησης του λαγού. Το σκυλί δεν ανοιγόταν, όμως έψαχνε με πάθος και φέρμαρε τα πάντα. Από ασπροκώλες μέχρι μπεκάτσα!

«Την πάτησα», έλεγε ο κυνηγός που στο μεταξύ είχε «δεθεί» με το σκυλάκι. Το ονόμασε Λαγό, έτσι για να θυμάται τα παλιά κυνήγια και αποφάσισε να γίνει τσιχλάς ή ορτυκάς. «Τι κατάντια», έλεγε, «…άτιμη φτώχεια»!

Παθιάστηκε με το λαγό

Αυτά μέχρι που ο «Λαγός» φέρμαρε λαγό. Ο Σαράντος είδε το σκύλο του ακίνητο με την τρίχα σηκωμένη στη ράχη και περιμένοντας να σηκωθεί πουλί, ψηλά κοιτούσε. Και ο «αφτιάς» ξεχύθηκε μέσα από το πουρνάρι με πάταγο. Το σκυλί με πάθος ρίχτηκε πίσω του και τον καταδίωξε για πολύ, όμως μέχρι εκεί. Και να δεις που ο «Λαγός» παθιάστηκε με το λαγό που σήκωσε και ο κυνηγός την επόμενη φορά που είδε τρίχα σηκωμένη, χαμηλά περίμενε και δεν αστόχησε!

Από τότε ο γερμανικός της φέρμας, ο μακρύτριχος δεν ξανάδωσε σημασία σε πουλιά. Το λαγό κυνηγούσε με πάθος με τον τρόπο τον δικό του: φέρμα από μακριά και αναμονή στο άκουσμα της τουφεκιάς του Σαράντου για να τον φέρει με καμάρι! Κι ο Σαράντος έβαλε νερό στο κρασί του: «Με ντρα… πως το λένε; Με τέτοιο, τι να κάνουμε».

Κι ο «Λαγός» έγραψε ιστορία στις πλαγιές του Πάρνωνα και του Ταΰγετου κι όλοι πια είχαν να το λένε: Τον αγαπούσε ο σκύλος τον Σαράντο κι άλλαξε τη φύση του… Σημασία έχει ν’ αγαπάς λοιπόν κι όλα διορθώνονται!

breda
35,947ΥποστηρικτέςΚάντε Like
9,824ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
4ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
7,870ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
Athens
few clouds
24.5 ° C
25.9 °
22.8 °
50 %
2.7kmh
20 %
Δε
25 °
Τρ
27 °
Τε
29 °
Πε
31 °
Πα
32 °

ΔΗΜΟΦΙΛΗ