Οι πυγολαμπίδες, η φασολάδα και οι… δασικοί!

- Advertisement -

Είχαν βρεθεί στον κάμπο. Σάρωναν με το μεγάλο προβολέα τα χωράφια. Άναβαν το φακό, έριχναν τη δέσμη φωτός στο σημείο που εκτιμούσαν ότι θα έπαιζε κάποιος λαγός, τον έσβηναν και ξανά-μανά το ίδιο.

Ήταν καλοκαίρι, γύρω στη δεκαετία του΄70. Το ΄ξεραν ότι παρανομούσαν και μάλιστα διπλά. Αλλά τι τους ένοιαζε; Έτσι κι αλλιώς, εκείνοι ήταν πάντα λαθροθήρες. Τις άδειες τις έβγαζαν για να δικαιολογούν την κατοχή όπλων. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν το κρέας και ο αριθμός που θα ανέφεραν με κομπορρημοσύνη στο καφενείο του μικρού χωριού. Όμως, ο Θεός μπορεί να αγαπάει και τον κλέφτη, αλλά, όπως αποδείχτηκε, όχι για πάντα… Οι τρεις τους ήταν ήδη στον τόπο του εγκλήματος. Ο Σταύρος, ο γιος του ο Πέτρος και ο πεθερός τού τελευταίου, ο Ανδρέας. Την μπαταρία και τον προβολέα τα είχε ο νιόγαμπρος. Οι άλλοι, οι συμπέθεροι κρατούσαν τα τουφέκια. Είχαν βρεθεί σε ένα τριφύλλι. Ξαφνικά, το δυνατό φως φανέρωσε ένα λαγό, που ήταν στην άκρη του χωραφιού. Οι δύο ένοπλοι σήκωσαν τα δίκαννα. Όμως, κάτι ακούστηκε. «Σσσς! Κάποιοι είναι εδώ! Άκουσα μουρμουρητά…», ψιθύρισε ο Πέτρος στους άλλους δύο. Δεν χρειάστηκε να πουν τίποτε. Εκείνος κι ο πατέρας του το έβαλαν στα πόδια. Έπιασαν αριστερά και βγήκαν σε ένα χωράφι με πιπεριές. Κίνησαν να φύγουν, αλλά έπεσαν πάνω σε γερό φράχτη. Μέσα στο σκοτάδι, που η αγωνία τους το έκανε ακόμη πιο πηχτό, ανακάλυψαν ένα μονοπατάκι.

Πέρασαν με ταχύτητα, αλλά η τύχη δεν ήταν και πάλι με το μέρος τους. Βρέθηκαν σε ένα ποτισμένο χωράφι και βούλιαξαν μέχρι τα γόνατα. Εκεί, τους έφτασε λαχανιασμένος και ο Ανδρέας. «Τι τρέχετε ρε;», πήγε να πει ξεφυσώντας, αλλά οι άλλοι τον έκοψαν απότομα. «Να! Πάλι μουρμουρίζουν! Είναι δασικοί! Οι ψίθυροι έρχονται από εκεί», σκούντησε τον πεθερό του ο Πέτρος και του έδειξε την κατεύθυνση. «Νάτοι! Ωχ, την πατήσαμε. Είναι πολλοί. Μας περικυκλώνουν! Είδα τα τσιγάρα τους… », πρόσθεσε και το ξανάβαλε στα πόδια, όπου φύγει-φύγει. Από πίσω του και ο πατέρας του έκανε το ίδιο. Ο Ανδρέας πήγε να τους φωνάξει: «Να σας πω ρε! Δεν είναι κανείς…», αλλά εκείνοι δεν άκουγαν τίποτε. Είχαν γίνει καπνός… Ξημερώματα πια, πατέρας και γιος, αφού είχαν περιπλανηθεί σε όλο τον κάμπο, επέστρεψαν στο σπίτι. Ο Ανδρέας δεν είχε φανεί. «Θα τον έπιασαν…», ήταν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληγαν οι άλλοι δύο. «Ας κοιμηθούμε λίγο και θα μάθουμε τι έγινε αργότερα», συμφώνησαν πατέρας και γιος και έτσι κι έκαναν… 

Ο ήλιος είχε σηκωθεί για τα καλά. Τσουρούφλιζε! Ήταν μέσα Ιουλίου και τα πέτρινα σπίτια του μικρού χωριού «έβραζαν». Ο Πέτρος κι ο πατέρας του μόλις είχαν ξυπνήσει κι έπιναν τον καφέ τους κάτω από τον παχύ ίσκιο του γερο-πλάτανου, στην αυλή του σπιτιού τους. Σε λίγο θα “πήγαιναν καρφί” στο σπίτι του Ανδρέα. Δεν πρόλαβαν να ξεκινήσουν, όταν ξαφνικά στην αυλόπορτα ξεπρόβαλε εκείνος. «Τι έγινε; Σε άφησαν; Τους ξέφυγες;», τον πολυβολούσαν με τις ερωτήσεις τους, συμπέθερος και γαμπρός. «Ποιος να με πιάσει, ρε! Κανείς δεν ήταν. Αυτό ήθελα να σας πω και σεις τρέχατε…», τους έκοψε εκείνος. «Μα, αφού τους άκουγα που μουρμούριζαν…», είπε με απορία ο γαμπρός, «τι λέω, είδαμε και τα τσιγάρα μέσα στη νύχτα…». «Ποια μουρμουρητά ρε! Η … κοιλιά μου γουργούριζε. Είχα φάει φασολάδα και αυτή …διαμαρτυρόταν. Όσο για τα τσιγάρα ήταν… πυγολαμπίδες». Οι άλλοι έμειναν εμβρόντητοι. «Φτου, να πάρει! Καλά να πάθουμε! Από την τρομάρα μας τα βλέπαμε όλα …δασικούς και βγάλαμε …κωλοφωτιές από το τρέξιμο», είπαν κι οι δυο τους με ένα στόμα.

 

Είναι μια από τις 50 εύθυμες ιστορίες, από το βιβλίο «Οι Κάννες του Γέλιου» του συνεργάτη μας, δημοσιογράφου, Δημήτρη Μιλτιάδη, διανθισμένες με αντίστοιχα σκίτσα από το πενάκι του Δημήτρη Νικολαϊδη. Για παραγγελίες στο τηλέφωνο 6932 341882

breda
35,940ΥποστηρικτέςΚάντε Like
9,827ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
4ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
7,870ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
Athens
few clouds
15.9 ° C
16.8 °
14.3 °
55 %
3.6kmh
20 %
Πα
22 °
Σα
27 °
Κυ
29 °
Δε
30 °
Τρ
28 °

ΔΗΜΟΦΙΛΗ