O μπάρμπα Μήτσος με το όπλο στο χέρι

- Advertisement -

 

Το καπρί ήταν μεγάλο… Κρυμμένο μέσα στο ανήλιαγο και κακοτράχαλο ρουμάνι. Του ξέφευγε στο κυνήγι και κάθε φορά ήταν ένα “κλικ” πιο έξυπνο πιο τυχερό, πες το όπως θέλεις… Μα στο τέλος του κυνηγιού τελευταία μέρα του ξέφυγε πάλι…

Άφησέ το να ζήσει και τα λέμε από φθινόπωρο σκεφτόταν, κάθε φορά που τα σκυλιά του το σήκωναν ή έκαναν στάμπα με τις ώρες πάνω από τον μικρό του μπαξέ και από το αμπέλι. Εκείνο τον καιρό, σχεδόν εβδομήντα χρόνια πριν, ο Μπάρμπα Μήτσος ήταν νέο παιδί που τον πήρε η “μπόρα” του πολέμου και του εμφυλίου, μετά υπηρέτησε αρκετά χρόνια στο στρατό και είχε γίνει εξαιρετικός στο σημάδι.

Δεν ήταν ο καιρός τους…

Μα το είχε σε κακό να βαρέσει γουρούνι όταν “δεν ήταν ο καιρός τους”, όπως έλεγε… Από την άλλη, το μικρό του αμπελάκι και ο μπαξές του ήταν μέσο επιβίωσης και κάτι του έλεγε, πως με τούτο τον μουστερή θα είχε κακά ξεμπερδέματα. Μα από την άλλη τον φυλαγε και από χωριανούς που είχαν βάλει στο… μάτι τον όμορφο κάπρο:
– “Τούτο το καπρί μπρατίμια είναι δικό μου”Μιλημένα ξηγημένα. Και ήταν καιροί που υπήρχε σεβασμός… Ειδικά σε έναν κάπρο που τόσες νίλες του είχε κάνει στα χρόνια που πέρασαν. Ο καιρός κυλούσε και η μάνα γη με τον καιρό σύμμαχο έκανε τα θαύματά της και οι καρποί στον μπαξέ του Μήτσου άρχισαν να ωριμάζουν. Ντομάτες, μελιτζάνες και μην πούμε για τα ολόγλυκα πεπόνια του, που τόσο περήφανος ήταν για τον σπόρο που κρατούσε!

Τα λιγοστά εισοδήματα

Τα καρπούζια του ήταν περιζήτητα στα πέριξ χωριουδάκια. Αν και όλοι είχαν τον τρόπο τους, κάποιοι τον τιμούσαν με την αγορά τους, ειδικά κτηνοτρόφοι, που δεν είχαν ιδέα από τέτοιες καλλιέργειες. Όπως θα καταλάβατε, ο Μήτσος είχε σαν εισόδημα τη σοδειά από το μπαξεδάκι και το αμπέλι του. Το άφησε να πάρει ότι του ανήκε όπως θεωρούσε, αφού για όλα τα αγριμικά αξίζει μερίδα από όσα παράγει η γη, μα τούτο το θεριό το είχε παρακάνει. Πλέον το πράγμα πήγαινε αλλού, “ή εκείνο ή εγώ”! Δεν το είχε χούι, μα τώρα το πράγμα άλλαξε. Το εισόδημά του ήταν πενιχρό και κάθε απώλεια ήταν κρίσιμη, δύσκολοι καιροί βλέπετε τότε…

Με το Μάνλιχερ στα χέρια

Πήγε στο μπαούλο και αφού έβγαλε τα ρούχα που ήταν διπλωμένα από πάνω, έβγαλε από τον πάτο ένα μακρόστενο δέμα, μία λινάτσα μέσα στην οποία είχε το γρασαρισμένο Μάνλιχερ, και δίπλα σε ένα παλιό μεταλλικό καφεκούτι ήταν καταχωνιασμένες οι σφαίρες του.
Το έβγαλε και προσεκτικά το καθάρισε κοιτάζοντας που και που το ρολόι της τσέπης, που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του. Αργούσε να βραδιάσει και η δουλειά του δεν είχε βιασύνη. Ο καυτός ήλιος της μέρας έδωσε τη σειρά του σε ένα ηλιοβασίλεμα πάνω ακριβώς από τη ράχη που το καπρί ήταν γιατακιασμένο.
– “Άντε κατακαημένο καπρί το έφαγες το κεφάλι σου την ώρα που ρήμαξες τα πεπόνια μου…”.

Πήρε αργά το δρόμο για το περιβολάκι του, και σαν έφτανε κοντά τράβηξε το κινητό ουραίο και όπλισε το όπλο του με μία μαστορική κίνηση, χωρίς να ακουστεί παρά ελάχιστος θόρυβος. Διάλεξε ένα λοφάκι κοντά στον μπαξέ και περίμενε αμίλητος, έχοντας κόντρα το βραδινό αεράκι, που φυσούσε ζεστό ακόμη μετά την καυτή μέρα που προηγήθηκε… Σκεφτόταν πως το φως του φεγγαριού ήταν αρκετό και το καπρί θα έβλεπε μέσα στον μπαξέ του. Τα μάτια του κυνηγού συνήθισαν στο σκοτάδι και η ώρα περνούσε αργά μα εκείνος μαθημένος στη φύση, τσοπανάκος από παιδάκι, δεν λογάριαζε από σκοτάδι. Όσο η νύχτα προχωρούσε και στον ουρανό φαίνονταν τα αστέρια να παίζουν σαν φωτάκια μακρινής πόλης (όπως μοναδικά παίζουν το καλοκαίρι από τη ζέστη που ανεβαίνει ψηλά) τόσο τον κυρίευε μία γαλήνη και δέος για τον κόσμο που τον τριγύριζε πέρα από εκείνον που πατούσε. Άλλες στιγμές ονειροπολούσε και άλλες σκεφτόταν τα καθημερινά του προβλήματα, όταν άκουσε έναν ανεπαίσθητο ήχο και ξάφνου οι σκέψεις του καταχωνιάστηκαν μέσα στην ψυχή και το μυαλό του!

Στύλωσε τα μάτια…

Στύλωσε τα μάτια του κατά τη μεριά που άκουσε τον ήχο και είδε μία σκιά να έρχεται κατά το μποστάνι του. Πήρε γοργά θέση και περίμενε να το δει πιο καλά σαν έμπαινε μέσα, από τον χαλασμένο από προηγούμενη επιδρομή, ξύλινο χαμηλό φράχτη, που πιο πολύ οριοθετούσε την περιοχή παρά φυλούσε το μποστάνι του.
Τα βάτα κάλυψαν λίγο το αγρίμι που πεινασμένο ερχόταν και το είδε εκεί που το περίμενε. Σήκωσε το Μάνλιχερ και έβαλε το καπρί στην ακίδα του. Το δάχτυλο πλησίασε τη σκανδάλη, κράτησε την ανάσα του και πριν πάρει τα κενά, ξάφνου το χέρι έφυγε από τη σκανδάλη! Παραξενεμένος είδε πίσω από τη σκιά μικρούλες σκιούλες να κινούνται άτακτα και παιχνιδιάρικα! Ήταν γκουτσινούλια και η σκιά δεν ήταν το καπρί μα μία σκρόφα που ήρθε με τα μωρά της να πάρει το μεράδι της. Μόλις είχαν βγει στον κόσμο! Σήκωσε το όπλο στον αέρα και τράβηξε μία τουφεκιά που έσκισε την σιωπή της νύχτας και έκοψε το τραγούδι του τζίτζικα. Τα αγριογούρουνα έφυγαν σαν την σφαίρα που έφυγε από την κάννη του. Ένα μικρό γέλιο φώτισε το πρόσωπό του, σαν τα είδε να τρέχουν και σιγομουρμούρισε:
“Μάνα που ταΐζει τα μικρά δεν βάρεσα, ούτε θα βαρέσω… άλλο το καπρί και άλλο τούτο! Θα με φάει το νυχτέρι μα χαλάλι τους!”

Οι τζάμπα μάγκες…

Ένα αφήγημα από άλλες εποχές για όλους εκείνους που θεωρούν μαγκιά να λαθροθηρεύουν νύχτα και εκτός κυνηγετικής σεζόν, αλλά και για εκείνους που θεωρούν εαυτούς “άντρες”, επειδή πήραν και ένα δύο μικρά γουρουνάκια…

breda
35,962ΥποστηρικτέςΚάντε Like
9,821ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
3ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
7,870ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
Athens
clear sky
32.8 ° C
34.6 °
30 °
36 %
3.6kmh
0 %
Πα
32 °
Σα
30 °
Κυ
29 °
Δε
28 °
Τρ
31 °

ΔΗΜΟΦΙΛΗ