Mια μέρα κυνηγιού… το 2050: Σενάριο επιστημονικής φαντασίας ή αυριανή πραγματικότητα;

- Advertisement -

 

Οι αλλαγές που συντελούνται στον πλανήτη σχετικά με την άγρια ζωή, είναι τόσο αργές και σταδιακές, που δύσκολα γίνονται αντιληπτές. Όμως από την εποχή του Δαρβίνου και τις ανακαλύψεις του στο αρχιπέλαγος των νησιών Γκαλαπάγκος, που οδήγησαν στην θεωρία της εξέλιξης των ειδών και της φυσικής επιλογής, μέχρι την ημέρα που η έλλειψη νερού και βλάστησης οδήγησε τον ζωϊκό κόσμο στους πόλους της γης, έχουν περάσει σχεδόν 2 1/2 αιώνες.

 

Η Κυριακή 25η Μαϊου του 2050 θα μείνει στην ιστορία σαν την ημέρα που το κυνήγι κέρδισε την μεγαλύτερη μάχη από γενέσεως εικονικού κόσμου.

Επιτέλους το κυνήγι θα είναι ανοικτό όλες τις Κυριακές του χρόνου, από τις 8.00 το πρωί μέχρι τις 9.00 το βράδυ, με προϋπόθεση την αποδοχή εκ μέρους των κυνηγών, των περιοριστικών και αυστηρών όρων διεξαγωγής του. 

Έτσι κατά την προσέλευσή τους οι κυνηγοί θα πρέπει: 

– να είναι ντυμένοι με την κατάλληλη φορεσιά (παραλλαγής) και τα ανάλογα υποδήματα (μπότες, γαλότσες).

-να επιδεικνύουν σε κάθε ζήτηση την κάρτα εγγραφής στην Κυνήγι – Ονειρική Χώρα Α.Ε και το ηλεκτρονικό εισητήριο για τον χρόνο κυνηγίου (15 ή 30 λεπτά), όπως και για την παραλαβή ή όχι των χτυπημένων θηραμάτων.

-να ακολουθούν πιστά το πρόγραμμα που έχουν επιλέξει και αφορά το είδος του θηράματος, τον τόπο και τον τρόπο κυνηγιού του. 

-να αποσύρονται από το πρόγραμμα χωρίς διαμαρτυρία, αν έχουν παραβεί τους κανονισμούς.

-να σέβονται τους συνκυνηγούς τους, αν πρόκειται για ομαδικό κυνήγι ή αν η τιμή του εισητηρίου δεν δικαιολογεί την αποκλειστική χρήση του κυνηγότοπου. 

 

Το πρωϊνό της εναρκτήριας Κυριακής περίμενα στη σειρά, μαζί με δύο δεκάδες άλλους κυνηγούς, να ανοίξει η πύλη του στεγασμένου κυνηγετικού πάρκου. 

Περιττό να πώ ότι ήμουν άϋπνος, ίσως όχι και ο μόνος, καθώς η επιθυμία να βγω στο βουνό με το τουφέκι και η αδημονία της επιτυχημένης ή όχι καταβολής του θηράματος, ξεπερνούσαν την όποια άλλη προσδοκία μου. 

Είχαν περάσει τρία χρόνια από την τελευταία μου έξοδο, λόγω της γενικής απαγόρευσης του κυνηγιού. Έπρεπε να επιλυθούν ορισμένα σοβαρά ζητήματα, σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής του και να ξεπεραστούν τα νομικά προβλήματα, που είχαν προκαλέσει οι ενστάσεις των αντι-κυνηγών.

Η γραφειοκρατία καθυστέρησε υπερβολικά την προκήρυξη του μειοδοτικού διαγωνισμού, για την προμήθεια των προσομoιωτών νέου τύπου και του λογισμικού της 12ης γεννιάς. Όλα όμως πήγαν κατ ευχήν, έστω και καθυστερημένα και νάσου τώρα με την κυνηγετική φορεσιά μου να λάμπει, το ηλεκτρονικό εισητήριο της μισής ώρας με το πρόσθετο τέλος της παραλαβής των χτυπημένων θηραμάτων στο χέρι και την ανυπομονησία μου στο «κόκκινο».

Ο τόπος που είχα επιλέξει ήταν λοφάκια ντυμένα με βατιώνες και πουρναριές και ανάμεσά τους ξέφωτα με μικρά λιοστάσια, που οι πλαγιές τους κατέληγαν σε ρηχές ρεματιές. Φάνταζε ο ιδανικός κυνηγότοπος για το θήραμα της επιλογής μου, ήταν σχετικά βατός και εκτός των άλλων θα μου επέτρεπε να ρίξω αρκετές τουφεκιές.

Θα πρέπει να σας εξηγήσω, ότι το πρόγραμμα που είχα επιλέξει και φυσικά ακριβοπληρώσει, αφορούσε τα φτερωτά θηράματα, οικογένεια τσιχλίδες -υποδιαίρεση κοινή τσίχλα- και ήταν της κατηγορίας «κλασσικό», αυτό δηλαδή που προσφέρει περιορισμένα θηράματα. Η άλλη επιλογή ήταν το «τυχαίο» πρόγραμμα, που μπορεί να περιελάμβανε από μιλιούνια πουλιά έως και τίποτα! Αλλά η τρίχρονη «στέρηση» δεν μου άφηνε πολλά περιθώρια για ρίσκο, την περίπτωση δηλαδή να μην συναντήσω και τουφεκίσω πουλί.

Η καθαρά φθινοπωρινή μέρα, ξεκίνησε με μια θολούρα στην ατμόσφαιρα, που όμως δεν «μύριζε» βροχή. Ίσως μάλιστα αργότερα να συνέχιζε με αραιή συνεφιά ή να έβγαινε και λίγος ήλιος. Ποιός όμως θα μπορούσε να μαντέψει τον καιρό. Ήταν και αυτή μια «τυχαία» επιλογή του νέου λογισμικού. 

Αλλά το μεγάλο τεχνολογικό επίτευγμα της εικονικής πραγματικότητας, ήταν ότι τα 30 λεπτά του πραγματικού χρόνου, που αποτελούσαν το μάξιμουμ χρόνου κυνηγίου, αντιστοιχούσαν σε ένα χορταστικό πρωϊνό κυνήγι. Με την τρισδιάστατη μορφή του κυνηγότοπου, την μαγεία του ουράνιου θόλου και το βάθος του ορίζοντα, χανόταν η αίσθηση του χρόνου και μόνο από την φωτεινότητα του ουρανού και το τόξο του ήλιου, αντιλαμβανόσουν την πρόοδο της μέρας, όπως ακριβώς συμβαίνει στον φυσικό κόσμο.

Το τουφέκι που είχα διαλέξει ανάμεσα από ένα πλήθος όπλων (πλαγιόκαννα, σουπερ-ποζέ, αυτογεμή και ραβδωτά), ήταν μια καραμπίνα αερίων, σχεδόν ίδια με αυτή που χρησιμοποιούσε ο πατέρας μου την εποχή των συμβατικών όπλων.

Έριχνε φυσίγγια (μέχρι τρία), όμοια με τα παλιά, χωρίς όμως σκάγια και με ελάχιστη δόση πυρίτιδας, ίσα για τον κρότο και την μυρωδιά. Η καταβολή του θηράματος γινόταν από μια αόρατη για το ανθρώπινο μάτι ακτίνα φωτός, που άνοιγε αυτόματα ανάλογα με το μέγεθος του θηράματος και την απόσταση.

Η τσίχλα που έβοσκε στο καθαρό, πετάχτηκε τρομαγμένη από την παρουσία μου και η μπηχτή τουφεκιά, λίγο πριν χαθεί στο πυκνό, δεν έφερε αποτέλεσμα. Συμπληρώνοντας στην αποθήκη το φυσίγγι, τα μάτια μου πήραν ένα ζευγάρι φάσσες που περνούσαν σε απόσταση 55-60 μέτρων από το τουφέκι μου. Σημάδεψα, έβαλα μεγάλη προσκόπευση και τράβηξα. 

Με τρόμαξε το κόκκινο φωτάκι και ταυτόχρονα το ηχηρό κουδούνισμα, που υπέδειχνε σε μένα, αλλά συγχρόνως με ξεμπρόστιαζε στους συνκυνηγούς μου (αν υπήρχαν) για την βολή που επιχείρησα, πάνω από το απαγορευτικό όριο των 45 μέτρων. Ήταν και αυτό μέσα στις καινοτυπίες του λογισμικού, όπως άλλωστε και η παραγγελία με πρόσθετη πληρωμή για…ολίγη φάσσες, έκφραση που χρησιμοποιούσαν τον προηγούμενο αιώνα οι πελάτες στα εστιατόρια της εποχής, για να ποικίλουν το γεύμα τους και να αποχορτάσουν.

Η επόμενη τσίχλα πέρασε στην αριστερή μου τραβέρσα, 30 μέτρα μακριά και η καλοζυγισμένη βολή την έστειλε ακριβώς δίπλα στη ρίζα μιας μεγάλης ελιάς.

Κινήθηκα να μαζέψω το πουλί, αλλά έμεινα «στήλη άλατος», καθώς μια μοναχική φάσσα με πλησίαζε αμέριμνη. Είχα προσέξει και σε προηγούμενα κυνήγια, ότι αν επικρατούσε ησυχία στον τόπο, το πουλί ήταν μοναχικό και στεκόσουν ακίνητος, σε «έβαζε», όπως έλεγαν οι παλιοί κυνηγοί. Η πρώτη τουφεκιά πέρασε μπροστά και την ανασήκωσε τόσο, ώστε να δώσει τέλειο στόχο για την δεύτερη και μοιραία βολή. Χαλάλι το έξοδο σκέφθηκα, όταν η βελούδινη πουπουλένια αίσθηση της φάσσας πλημμύρισε την παλάμη μου. Όμως η αίσθηση και η εικόνα του θηρευμένου πουλιού, κράτησε μόνο 3 δευτερόλεπτα, για να χαθεί στην συνέχεια.

Για 15-20 λεπτά δεν φάνηκε τίποτα το αξιόλογο, εκτός από δύο τσίχλες που πετούσαν μεσούρανα και ένα μικρό κοπάδι με φάσσες στο βάθος του ορίζοντα. Προχώρησα κοντά στους βατιώνες, στο χείλος της μικρής ρεματιάς και δικαιώθηκα με τις τρείς τσίχλες που πετάχτηκαν φουριόζικα, καμμιά 15αριά μέτρα μακριά. Πρόλαβα να πάρω την δεύτερη και να ρίξω ανεπιτυχώς στην τελευταία, αλλά τώρα.άρχιζαν τα δύσκολα. Το χτυπημένο πουλί είχε πέσει μέσα στο πυκνό, στο κέντρο της μικρής ρεματιάς και το κακό δεν ήταν ένα, αλλά δύο. Πρώτα, γιατί μπορεί να είχα δεί την τροχιά της τσίχλας, αλλά η πλεονεξία να «ντουμπλάρω» δεν μου έδωσε τον χρόνο να ποντάρω το ακριβές σημείο πτώσης και δεύτερο, γιατί είχα απορρίψει την επιλογή σκύλου θηραματοφορίας.

Ήταν αρκετά τσουχτερή η δαπάνη για την συνοδεία σκύλου και μάλιστα ιδιαίτερα ακριβά ήταν τα σκωτσέζικα γκόρντον-σέττερ για πέρδικα και φασιανό και τα μπήγκλ για λαγό και αλεπού. Βέβαια ένα επιπλέον έξοδο, δεν θα άλλαζε δραματικά την κατάσταση, αλλά ήθελα να «ξεσκουριάσω» το απόρτ μου, για το οποίο φημιζόμουν.

Δεν είχα κάνει, παρά λίγα μόνο μικρά και ανώμαλα βήματα μέσα στην πυκνούρα, όταν το κλαρί κάτω από τα πόδια μου υποχώρησε από το βάρος και βρέθηκα μισοξαπλωμένος στην αγκαθωτή βατσινιά. Το τσούξιμο στο αριστερό χέρι και στο μάγουλο ήταν δυνατό, όπως και το σήμα-μήνυμα που τριβέλισε τα αυτιά μου και με ρωτούσε αν χρειάζομαι βοήθεια. Απάντησα αρνητικά, ανασηκώθηκα και πολύ προσεκτικά επέστρεψα στην σταθερή όχθη, εγκαταλείποντας την καλή, αλλά καταδικασμένη σε αποτυχία προσπάθεια. Στην αντίθετη περίπτωση, αν είχα ζητήσει δηλαδή την συνδρομή της επιχείρησης, αυτό θα σήμαινε πέραν του κόστους και το άδοξο τέλος της κυνηγετικής μέρας.

Ο ήλιος χανόταν όλο και πιο συχνά μέσα στα σύννεφα και οι κινήσεις των πουλιών είχαν πυκνώσει. Τώρα οι τσίχλες ανέμιζαν και το σωστό ήταν να αναζητήσω μια καλή φυλάχτρα για να καρτερέψω. Την ανακάλυψα ανάμεσα σε δύο κοντοελιές και σύντομα τέσσερα ακόμα πουλιά, είχαν προστεθεί στην λίστα. Αρκετά αργότερα πήρα ακόμα μια κοντινή τσίχλα, ενώ οι φάσσες δεν με πλησίαζαν πλέον. Πως το είπαμε; ότι είχα μόνο «ολίγη» φάσσες παραγγείλει.

Η «σούμα» της ημέρας δεν ήταν καθόλου άσχημη: έξη τσίχλες και μια φάσσα ήταν ένα καλό πρωϊνό κυνήγι. Ήμουν εξαιρετικά εύστοχος, καθώς είχα αποτύχει μόνο σε δύο πουλιά και είχα καταφέρει την μοναδική φάσσα που με πλησίασε.

Το φωτάκι που αναβόσβηνε μου υπενθύμισε ότι ο χρόνος τελείωνε. Άλλωστε είχε μεσημεριάσει και τα πουλιά είχαν αραιώσει τις εμφανίσεις τους. Αλλά το συναίσθημα ότι μια μέρα κυνηγιού, έφθανε στο τέλος της, ήταν από ενοχλητικό μέχρι ανυπόφορο.

Στη ρεσεψιόν του “hunting park- dreamland” (κυνηγετικό πάρκο-ονειρική χώρα) παρέδωσα το όπλο και τα υπόλοιπα φυσίγγια και παρέλαβα συσκευασμένες σε σακουλάκια τις ισάριθμες τσίχλες και την φάσσα (κατεψυγμένα θηράματα εκτροφής), για τα οποία είχα προπληρώσει. Όλο το ιστορικό της ημέρας περάστηκε στην ηλεκτρονική κάρτα εγγραφής της ονειρο-χώρας με την υποσημείωση, ότι από την 5η επίσκεψη και μετά, δικαιούμαι ένα δωρεάν απογευματινό κυνήγι.

Η λεωφόρος έξω από το κυνηγετικό πάρκο ήταν έρημη από κόσμο. Είχα ξεχάσει ότι ήταν Κυριακή, μόλις εννιά το πρωί και η έντονη γεναριάτικη παγωνιά μου προκάλεσε ρίγος, τρυπώνοντας μέσα από την κυνηγετική φορεσιά μου.   

Τα λόγια του πατέρα, που είχαν στοιχειώσει τα παιδικά μου χρόνια και εξιστορούσαν τα παλιά πραγματικά κυνήγια, αντηχούσαν βαριά, ίδια με τα βήματά μου στην ησυχία του δρόμου. Στο νου ανασύρονταν οι φωτογραφίες και οι διηγήσεις για την εποχή που επιτρεπόταν το ελεύθερο κυνήγι σε πουλιά και τριχωτά, στο μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας. 

Τότε που υπήρχαν δάση, νερά, φυτά, ζώα, χρώματα και αρώματα. Τότε που οι άνθρωποι δεν ζούσαν σε διαμερίσματα-κλουβιά από ντουραλουμίνιο και οι περισσότερες κύριες δραστηριότητες (εργασία, φαγητό, ανάπαυση, αγορές προϊόντων, ψυχαγωγία, ακόμα και…το σεξ) για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, δεν πραγματοποιούνταν εξ αποστάσεως και μόνο ηλεκτρονικά, όπως σήμερα.

Τότε που το κυνήγι ήταν συνυφασμένο με το «τυχαίο-τυχερό», καθώς υπήρχαν ημέρες με μπερικέτια και κεσάτια. Τότε που η κούραση μιας πραγματικής κυνηγετικής μέρας σε κατέβαλε ευχάριστα και η αίσθηση της αφής του αποκτημένου θηράματος διαρκούσε όσο το ήθελες και όχι μόνο τρία ψεύτικα δευτερόλεπτα. 

Τότε που εσύ κυνηγέ της προηγούμενης γενιάς, αποφάσισες για το μέλλον του φυσικού κόσμου και του κυνηγιού, εκείνο τον ιστορικά αλησμόνητο χειμώνα του 2024. Τότε, που με την επί σειρά δεκαετιών εγκληματική σου αδιαφορία, έγινες αθέλητα συνεργός στην σημερινή κοσμογονία. 

Ο θόρυβος από το καπάκι του σκουπιδοτενεκέ με έβγαλε από τις ζοφερές σκέψεις. Δεν ξέρω πως και εντελώς ασυναίσθητα, είχα ξεφορτωθεί τα «χτυπημένα» θηράματα, παγωμένα κι αυτά σαν το κυριακάτικο πρωϊνό και την καρδιά μου.

breda
35,944ΥποστηρικτέςΚάντε Like
9,823ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
4ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
7,870ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
Athens
clear sky
28 ° C
31.6 °
25.8 °
34 %
4.5kmh
0 %
Κυ
28 °
Δε
28 °
Τρ
27 °
Τε
28 °
Πε
31 °

ΔΗΜΟΦΙΛΗ