Πέμπτη, 30 Ιουνίου, 2022
ΑρχικήΚυνήγιΆνθρωποι και ΤόποιΟ «θερισμός» μιας εποχής…

Ο «θερισμός» μιας εποχής…

|

Πίνακες: Franklin Halverson

Οι τελευταίες ημέρες της Άνοιξης και οι πρώτες του Καλοκαιριού, είναι για τους μαθητές από τις καλύτερες εποχές του χρόνου. Τα διαβάσματα και τα μαθήματα τελειώνουν και η περίοδος της ανεμελιάς ξεκινά. Όμως, είναι αναπόφευκτο οι μέρες αυτές  να κουβαλούν και διαφορετικό «φορτίο» κάθε εποχή.

Γιατί παρόλο που τα συναισθήματα των πιτσιρικάδων μπορεί να μοιάζουν, οι καθημερινές ασχολίες, οι υποχρεώσεις, αλλά και οι προσδοκίες ενός παιδιού και της οικογένειάς του, διαφοροποιούνται καθώς η μια γενιά διαδέχεται την άλλη. Πώς ήταν για παράδειγμα τα πράγματα όταν εγώ ήμουν πιτσιρικάς, σε έναν τόπο όπως τα Γιάννενα;

Τα σχολικά…

- Advertisement -

Αυτό που θυμάμαι ήταν το θορυβώδες βουητό των σπουργιτιών, στη διαδρομή που κάναμε με τα πόδια από το σπίτι στο σχολείο. Τα ηλιόλουστα και ζεστά πρωινά, τα κελαηδίσματά τους έδεναν με τη νεανική αισιοδοξία και την γεμάτη ενέργεια διάθεσή μας. Ενέργεια η οποία ζητούσε να βρει διέξοδο στο παιχνίδι.

Παίζαμε έξω στη φύση και σεβόμασταν την ώρα της διασκέδασης, όπως ακριβώς εκείνη της δουλειάς. Είχαμε μάθει να τα ξεχωρίζουμε, ακόμη και στη διάρκεια του σχολείου: άλλο το μάθημα, άλλο το διάλειμμα. Στη διάρκεια των – μεγάλων – διαλειμμάτων, βάζαμε διαγωνισμό, ποιος θα πιάσει τις περισσότερες σαύρες με τη θηλιά που φτιάχναμε στην άκρη του ψηλού και λεπτού σταχιού.

halverson\-paint

Από κανενός αγοριού την τσέπη δεν έλειπε η σφεντόνα, η οποία απαιτούσε ικανότητες, αντανακλαστικά και υπολογισμό ακριβείας, που οι περισσότεροι διέθεταν από τις μικρές τάξεις του Δημοτικού. Η καθημερινή εξάσκηση στη σκοποβολή με τα λάστιχα, είχε καταστήσει το εργαλείο αυτό προέκταση του χεριού, από το οποίο άλλωστε είχε φτιαχτεί: μια διχάλα κρανιάς με συμμετρικά στελέχη, λάστιχα από τον μπακάλη και ένα παλιό πετσί που κοβόταν στα γούστα του κατόχου, ήταν όλα όσα χρειαζόταν κάθε μικρός.

Οι υποχρεώσεις…

Όμως η ζωή δεν ήταν μόνο χαρά και διασκέδαση. Κάποιες δουλειές έπρεπε να γίνουν και γι’ αυτές χρειαζόταν χέρια. Άλλωστε, κανένας νεαρός δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του ξεκομμένη από τη φύση και τις γεωργικές εργασίες, τις δεσμεύσεις που συνεπάγονταν ένα μικρό κοπαδάκι με πρόβατα ή κατσίκια, το οποίο είχε οπωσδήποτε κάθε οικογένεια που κατοικούσε στα χωριά, αλλά και τις ημιαστικές περιοχές γύρω από την πόλη.

Η συντήρηση ενός τέτοιου κοπαδιού συνέβαλλε στην σχετική αυτάρκεια των παραγόμενων αγαθών του σπιτιού και προϋπέθετε την οικιακή προσπάθεια για την εξασφάλιση των ζωοτροφών του. Γι’ αυτό, τον Μάη και τον Ιούνη είχε πολλή δουλειά στο κόψιμο του χορταριού στα χωράφια.

Στις μεγαλύτερες εκτάσεις το κόψιμο γινόταν συνήθως με μια μικρή μονοθέσια χορτοκοπτική, με τις λεπίδες χαμηλά στο μπροστινό της μέρος, ενώ στα μικρά χωραφάκια μια κόσα χειρός ήταν αρκετή. Τα περισσότερα λιβάδια που «απαντούσαν» (δηλαδή δεν βοσκούσαν φυλάγοντάς τα για κόψιμο) είχαν αγριόχορτο, ανακατεμένο με άγριο τριφύλλι, μιας και σπάνια κάποιος το καλλιεργούσε για τις ανάγκες των λίγων ζώων του.

Σ’ αυτά τα «απαντημένα» χωράφια θυμάμαι τον παππού να σταματάει συχνά – πυκνά και να ακονίζει την κόσα του με την πέτρα, ξαποσταίνοντας ταυτόχρονα από το συνεχές κόψιμο με τα χέρια. Στο τέλος της ημέρας έπαιρνε τη λάμα και χτυπούσε με ένα σφυρί την κόψη της πάνω σε ένα μικρό σιδερένιο αμόνι για να τη «στρώσει».

Αν ο καιρός κρατούσε για λίγες μέρες, γυρνούσαμε το χόρτο που ήταν κομμένο σε σειρές, για να λιαστεί καλά απ’ όλες τις πλευρές και να μη σαπίσει αργότερα στην αποθήκη. Η δουλειά αυτή έπρεπε να  γίνει το πρωί με την πιρούνα και το δικράνι, όταν ακόμη η δροσιά της νύχτας κρατούσε το χόρτο μαλακό, για να μη θρυμματίζεται στο γύρισμα.

halverson

Μεγαλύτερη «πλάκα» είχε για μας το μπάλιασμα του χορταριού, αμέσως μόλις ήταν έτοιμο και πριν πιάσει καμιά βροχή: στο εσωτερικό ενός μεγάλου ορθογώνιο ξύλινου κασονιού χωρίς πάτο, περνούσαμε δυο χοντρά σύρματα κάνοντάς τα κοιλιά για να υποδεχτεί το χορτάρι. Μέσα σ’ αυτό χοροπηδούσαμε πατώντας το για να γίνει  η μπάλα όσο πιο σφιχτή γινόταν, ώστε να αξιοποιηθεί στον μεγαλύτερο βαθμό η χωρητικότητα της αποθήκης για τον Χειμώνα.

Καλοκαιρινό ψάρεμα στην Παμβώτιδα…

Όμως, όσες δουλειές και να είχε στα χωράφια πάντα υπήρχαν τα περιθώρια του ελεύθερου χρόνου, τον οποίο μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε όπως θέλαμε, χωρίς τους ατέλειωτους περιορισμούς με τους οποίους μάθαμε σήμερα να ζούμε.

Για τέτοιου είδους ψυχαγωγία, φροντίζαμε να γεμίσουμε ένα τενεκεδάκι με χώμα και σκουλήκια από την κοπριά. Την πετονιά με τον φελλό την περνούσαμε σε καλάμια που κόβαμε από τη λίμνη, τα οποία δέναμε στα ποδήλατα, ή κουβαλούσαμε στον ώμο πηγαίνοντας με τα πόδια.

Στις όχθες της Παμβώτιδας η ώρα περνούσε με ενδιαφέρον και συγκίνηση, πάνω από μια τάπα που χοροπηδούσε στο νερό. Τα πιο συνηθισμένα και εύκολα ψάρια ήταν οι δρομίτσες. Αυτές ταίριαζαν στους ανυπόμονους νεαρούς, μιας και τσιμπούσαν ασταμάτητα στο ψωμί που έβαζαν για δόλωμα. Αλλά στα μεγαλύτερα παιδιά μεγάλωναν και οι απαιτήσεις: πλέον το δόλωμα ήταν σκουλήκι και το βάθος της πετονιάς μεγάλωνε, ώσπου να αγγίζει σχεδόν τον βυθό.

halverson\-painting

Τον καλό ψαρά βέβαια τον έκανε η ψαγμένη μεριά, δηλαδή αυτή που κρατούσε γλήνια. Ήταν οι εποχές που η λίμνη ήταν γεμάτη από τα λαδοπράσινα αυτά ψάρια, που το συνηθισμένο τους μέγεθος ήταν γύρω στα 300 με 400 γραμμάρια, ενώ σπανιότερα βγάζαμε και ψάρια που ξεπερνούσαν το κιλό.

Το γλήνι τσιμπούσε πολύ διακριτικά, κουνώντας ελαφρώς τον φελλό στο πλάι. Μόλις αγκιστρωνόταν, έβλεπες την τάπα να κάνει μια μικρή «βόλτα» πάνω στην ήρεμη υδάτινη επιφάνεια, σημάδι πως έπρεπε να τραβήξεις.

Η ιδιάζουσα συμπεριφορά του αποτυπώνονταν και στον τρόπο που έβγαινε από το νερό: χωρίς να χτυπιέται όπως τα άλλα ψάρια, κύρτωνε την ουρά του προς τα πάνω και άνοιγε το στόμα. Έτσι ήρεμα έφτανε στην όχθη για να το ξαγκιστρώσουμε σε ένα ασφαλές σημείο, μιας και ήταν γνωστό πόσο γλιστρούσε στα χέρια.

Το κορυφαίο έπαθλο των μικρών ψαράδων ήταν το κυπρίνι. Τα κυπρίνια βοσκούσαν χαμηλά και κρύβονταν μέσα στα καλάμια, αποφεύγοντας τα καθαρά και ακάλυπτα σημεία. Έπρεπε λοιπόν  το δόλωμα να είναι στα πυκνά και χρειάζονταν  μεγάλη υπομονή, προσόν που θεωρούσαμε γνώρισμα των μεγαλύτερων σε ηλικία. Έστω και περνούσε κάμποση ώρα με τον φελλό ακίνητο, λέγαμε ότι «τα κυπρίνια είναι για τους παππούδες».

Μελλοντικά «σχέδια»…

Στον μικρόκοσμο που μεγαλώσαμε, όλα μπορούσαν να γίνουν παιχνίδι και διασκέδαση: από τα δεντρόσπιτα που μαστορεύαμε πάνω στις γκορτσιές, μέχρι το κλαρί που κόβαμε στις κορομηλιές για τα κατσίκια, τις απογευματινές ώρες της βοσκής. Κι όταν έπιανε καμιά καλοκαιρινή μπόρα, καθόμασταν και την χαζεύαμε αραγμένοι στον αχυρώνα. Βρίσκαμε την ευκαιρία να κουβεντιάσουμε και να σκαρώσουμε ένα σωρό σχέδια για τις επόμενες ημέρες – ποτέ όμως μακροπρόθεσμα όνειρα για το απώτερο μέλλον. Δεν μας απασχολούσε.

 Αλλά όσο μακρινό φαινόταν στα παιδικά μας μάτια αυτό το μέλλον, τόσο κοντινό φαντάζει στα σημερινά μας μάτια εκείνο το παρελθόν, στις νοσταλγικές αναμνήσεις του καλοκαιριού. Σαν να μην πέρασε μια μέρα…

Και το κακό είναι πως ακόμη δεν αποκτήσαμε την υπομονή να ψαρεύουμε κυπρίνια…

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

36,298ΥποστηρικτέςΚάντε Like
9,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
5ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
7,920ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
Athens
clear sky
29.5 ° C
30.7 °
27 °
38 %
4.5kmh
0 %
Πε
28 °
Πα
34 °
Σα
35 °
Κυ
31 °
Δε
31 °

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ