Για τρυγόνια στον Αυλώνα με τρίκυκλο…

- Advertisement -

Απρίλιος 1970 ήταν και πήγαινα στην 6η δημοτικού. Η περίοδος κυνηγιού για τα ανοιξιάτικα τρυγόνια ήταν 19/4 – 10/5. Έβλεπα τις προετοιμασίες των μεγάλων και ανυπομονούσα, γιατί είχαν υποσχεθεί πως θα με έπαιρναν μαζί τους.

Αυτοκίνητο δεν είχε κανείς, το φορτηγό του κυρ Γιάννη ήταν χαλασμένο, οπότε επιστρατεύτηκε η “Φρόσω”. Θυμάμαι πως το βράδυ στις 18 δεν έκλεισα μάτι. Φοβόμουν μήπως ξεκινήσουν χωρίς εμένα, και επειδή κάτι τέτοιο είχε ξαναγίνει δεν τους είχα εμπιστοσύνη. Νύχτα ακόμη μαζεύτηκαν στην πευκόφυτη τότε αυλή του σπιτιού μας, οδός Ηλείας 2 στο Μπουρνάζι. Μαζί τους και εγώ, σωστό κολαούζο…

Ήταν ο πατέρας μου, ο Φίλιππας, και ο κυρ Γιάννης με τα δυο σκυλιά του. Ο Φίλιππας, πλανόδιος έμπορος φρούτων, λαχανικών, ή και ψαριών, είχε μία πράσινη τρίκυκλη μοτοσυκλέτα με καρότσα και χειροκίνητο κιβώτιο ταχυτήτων. Την έπλενε τακτικά, την έβαφε με λαδομπογιά μια – δυο φορές το χρόνο, στόλιζε το τιμόνι της με χάντρες και την ονόμαζε “Φρόσω”.

Φόρτωσαν και ξεκινήσαμε

Μπροστά ο Φίλιππας με τον κυρ Μανώλη, τον πατέρα μου, πίσω ο κυρ Γιάννης, τα σκυλιά και εγώ, ο πιο μεγάλος κούταβος… Ο θόρυβος της εξάτμισης θα ξύπνησε πολλούς μέχρι να βγούμε στου Λαναρά και να μπούμε εθνική οδό. Αργότερα στο στρατό άκουγα μηχανές από άρματα ΑΜΧ 30 και θυμόμουν την “Φρόσω”. Ο πατέρας μου με είχε κουκουλώσει με κουβέρτα και μουσαμά, και απειλούσε πως αν αρρώσταινα δεν θα με ξανάπαιρνε μαζί του…

Περνώντας τη διασταύρωση του Ωρωπού, μαζί με το χάραμα ήρθε και το ψιλόβροχο. Στρίψαμε δεξιά, εκεί που σήμερα είναι οι Μύλοι Ασωπού, περάσαμε το σιδερένιο γεφύρι, και λίγο πριν τα λοφάκια μπήκαμε δεξιά σε χωματόδρομο. Άνθρωποι, σκυλιά, όπλα και καφάσια χοροπηδάγαμε στις λακκούβες, όμως ευτυχώς η διαδρομή ήταν σύντομη.

Οι λόφοι αυτοί πριν την πυρκαγιά είχαν πολλούς πευκώνες, και σταματήσαμε σ΄ένα που υπήρχε και μαντρί. Πριν προλάβουμε να κατεβούμε από το “όχημα”, ακούστηκε ο Φίλιππας να τους φωνάζει να πιάσουν γρήγορα καρτέρια γιατί έρχονταν κι άλλοι. Λίγο μετά ένα λευκό Ford Taunus σταμάτησε δίπλα μας και βγήκαν τέσσερις κυνηγοί. Δικοί μου και νεοφερμένοι, όλοι νευριασμένοι έδειχναν, όμως καλημέρα μεταξύ τους είπαν.

«Το μνημόνιο του κυνηγού»

Ανάμεσά τους και ένας φίλος του πατέρα μου που τον είχα ξαναδεί σε κυνήγι, ο κυρ Βαγγέλης Λεμπέσης, ταμίας της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας, που μου είχε χαρίσει ένα βιβλιαράκι που λεγόταν “Το μνημόνιο του κυνηγού” και αποτελούσε το αγαπημένο μου βιβλίο… Ρώτησαν πόσοι είμαστε, που θα κάτσουμε, και απομακρύνθηκαν με τα πόδια προς το ρέμα. Προχωρήσαμε απέναντι, και σκορπίσαμε σε χωράφια με ελιές και αμυγδαλιές. Ο πατέρας μου διάλεξε καρτέρι δίπλα σε μία μεγάλη γκορτσιά. Με ρώτησε αν κρυώνω, έψαξε το σβέρκο μου και με ανάγκασε να γδυθώ, φορώντας μου στεγνά ρούχα που του είχε δώσει η μητέρα μου, και από πάνω μία μεγάλη σακούλα που μύριζε ναφθαλίνη… Ύστερα, γέμισε το Robust 222, έριξε μία ματιά προς τη μεριά του κυρ Γιάννη, και μετά έμεινε όρθιος, ακίνητος, με τα μάτια καρφωμένα στην ανατολή. Θυμάμαι ότι τσακωνόταν με τη… βροχή, βρίζοντας χαμηλόφωνα για να μην ακούσω.

Κάπως έτσι, ανάμεσα σε βροχή, γκρίνια, μουσκεμένα ρούχα και νεύρα, πέρασαν οι επόμενες δύο περίπου ώρες, ώσπου ακούστηκαν οι πρώτες 4 απανωτές τουφεκιές του κυρ Γιάννη. Ένα κοπάδι τρυγόνια βγήκε μπροστά του και ήταν ο μοναδικός που είχε επαναληπτικό όπλο. Τα πουλιά “γύρισαν” και τα τουφέκισε και ο Φίλιππας με το Γερμανικό δίκαννο Sauer που είχε.

Τρυγόνια
Τρυγόνια

Μόλις σταμάτησε η βροχή

Είδες, μου είπε ο πατέρας μου, μόλις σταμάτησε η βροχή τα πουλιά σηκώθηκαν, και αμέσως μετά φώναξε δυνατά στον Φίλιππα ρωτώντας τι έκαναν.
-“Τίποτα Μανώλη”, απάντησε εκείνος, τα πουλιά μας πέρασαν…

Ο πατέρας μου μετά κάτι είπε για τενεκέδες…, όμως δεν πολυκατάλαβα. Δεν υπήρχε και χρόνος άλλωστε γιατί μόλις φάνηκε ο ήλιος, το τουφεκίδι άρχισε. Πρώτοι έριχναν ο Φίλιππας ή ο πατέρας μου, μετά ακουγόταν η καραμπίνα, ακολουθούσε η παρέα του κυρ Βαγγέλη, και τελευταίοι έριχναν από τα χωράφια με τις φιστικιές. Ένιωθα συνεπαρμένος και ζούσα σε πελάγη ευτυχίας. Ότι πετούσε εγώ το έβλεπα τρυγόνι, και με τις φωνές μου έκανα το λαιμό του κυρ Μανώλη περιστρεφόμενο… Μάζεψα 12 τρυγόνια εκείνο το πρωινό, και όταν οι τουφεκιές σταμάτησαν οι μεγάλοι μαζεύτηκαν για καφεδάκι και “σύσκεψη”… Εγώ στο ένα χέρι κρατούσα ψωμί και κεφτέδες, και με το άλλο έψαχνα το δίχτυ στην τσάντα του Φίλιππα. Είχε 14 και ο κυρ Γιάννης που γκρίνιαζε μόνο 5. Μου έκαναν ζημιά τα σκυλιά ρε παιδιά, έλεγε στεναχωρημένος και οι άλλοι απαντούσαν, καλά να πάθεις γιατί σου είπαμε να μην τα πάρεις…

Μαεστρία στην τουφεκιά

Τους κοιτούσα όλους και τους θαύμαζα. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως είχαν την ικανότητα να χτυπάνε πουλιά στον αέρα. Εκείνοι συνέχιζαν τον καφέ τους, και εγώ χορτάτος μοίραζα κρυφά τους κεφτέδες στα σκυλιά, όταν ξαφνικά από μακριά και προς τη θάλασσα ακούστηκαν τουφεκιές. Ούτε καν να απομακρυνθούν στα πόστα τους δεν πρόλαβαν. Για κάμποση ώρα τουφεκούσαν όλοι μαζί εκεί γύρω στην γκορτσιά. Τα τρυγόνια ήταν λιγότερα από πριν, όμως τώρα πετούσαν χαμηλά, περνώντας σύριζα πάνω από τα πεύκα. Εκείνη την ημέρα, στις 19 Απρίλη 1970, είδα για πρώτη φορά τον πατέρα μου να κάνει 4 στα 4 με δύο ντουμπλέδες. Ξαφνικά μεγάλωσε στα μάτια μου, έγινε τεράστιος, μοναδικός και καμάρωνα…

Μισή περίπου ώρα μετά τα τρυγόνια σταμάτησαν και ξεκίνησε πάλι βροχή. Χωρίς καθυστέρηση ανεβήκαμε στην “Φρόσω” και ξεκινήσαμε γιατί ο φόβος όλων ήταν η λάσπη. Παρακάτω βρήκαμε την παρέα με το Ford και άκουσα που είπαν πως πήραν καμιά δεκαριά πουλιά. Το ταξίδι ατέλειωτο. Όλοι βρεγμένοι και παγωμένοι ως το κόκκαλο, εκτός από εμένα που με είχαν “φουσκώσει” πάλι με την νάυλον σακούλα. Την έσκισα και έβγαλα έξω τα χέρια μου. Του χρόνου θα πήγαινα γυμνάσιο και ντρεπόμουν να με βλέπουν έτσι. Ο κυρ Γιάννης λαγοκοιμόταν και άρχισα πάλι να μετράω τα σακίδια. Στο δικό μας υπήρχαν 16, στου Φίλιππα 17 και στου νυσταγμένου 9.

Ο εξάψαλμος από τη μάνα μου

Όταν φτάσαμε έτρεμα από το κρύο, η μητέρα μου τα έψελνε στον πατέρα που με πήρε μαζί με τέτοιο καιρό, όμως εγώ εκεί, ήθελα να παρακολουθήσω τα πάντα ως το τέλος. Τα πουλιά που απλώθηκαν στο πίσω μονοκόμματο κάθισμα του τρίκυκλου ήταν 42 και μοιράστηκαν από 14 στον καθένα.

Τις επόμενες δύο μέρες έμεινα στο κρεβάτι με πυρετό, με τη μάνα διαρκώς να μουρμουρίζει στον δύστυχο πατέρα μου πως κουκούτσι μυαλό δεν έχει, όπως άμυαλοι, έλεγε, είναι όλοι οι κυνηγοί… Ποιος την άκουγε όμως… Ο κυρ Μανώλης ετοίμαζε φυσίγγια και εγώ έβλεπα ξανά και ξανά εκείνες τις τουφεκιές με τους ντουμπλέδες… Ποτέ δεν την ξέχασα εκείνη την ημέρα. Αυτές οι μνήμες αφιερώνονται στον πατέρα μου, στον Φίλιππα και στον κυρ Γιάννη που τώρα κυνηγούν στους ουρανούς, και τους ευχαριστώ για όσα μου έμαθαν.

Για την ιστορία…

Για την ιστορία αναφέρω ότι την εποχή εκείνη ο μισθός ενός μέσου δημοσίου υπαλλήλου ήταν 6.000 δρχ., μια καραμπίνα στοίχιζε 7.500 δρχ., και οι εαρινές άδειες κυνηγίου κόστιζαν 150 δρχ. οι τοπικές και 250 οι γενικές.

breda
35,947ΥποστηρικτέςΚάντε Like
9,824ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
4ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
7,870ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
Athens
few clouds
24.5 ° C
25.9 °
22.8 °
50 %
2.7kmh
20 %
Δε
25 °
Τρ
27 °
Τε
29 °
Πε
31 °
Πα
32 °

ΔΗΜΟΦΙΛΗ