Ένα «κόλπο» για ανοιξιάτικες πέστροφες…

- Advertisement -

 

Άνοιξη στο ποτάμι, θυμάμαι πριν χρόνια… Το δρομάκι με κατέβασε στριφογυρίζοντας στο ρέμα του ποταμού χαμηλά στον πάτο της χαράδρας, ανάμεσα στις κοφτές πλαγιές των βουνών που βρίσκονται ολόγυρα. Το χωριό,  πολύ πιο κάτω δυο τρεις στάνες και ακόμη παρακάτω η ερημιά και το ποτάμι.

Όμως το ανοιξιάτικο δάσος, τα χρώματα των δέντρων, οι ανταύγειες του νερού που τρέχει ασταμάτητα, οι πηγές που αναβλύζουν μέσα από τις πέτρες και πέφτουν στο ποτάμι, αποζημιώνουν για τον κόπο του αυτόν που βρέθηκε εκεί. Βέβαια, δεν το κρύβω, ήλπιζα να ανταμειφθώ και με μια καλή ψαριά…

Ο ήλιος είχε αρχίσει να χτυπά στην απέναντι πλαγιά, ξυπνώντας τα αγριοπερίστερα που ξεπετάχτηκαν με θόρυβο από τις περιστερότρυπες. Στα μέσα της Άνοιξης τα νερά είναι ακόμη κρύα και δεν ωφελεί να ξεκινάς το ψάρεμα στο σπάσιμο του ξημερώματος, όπως το Καλοκαίρι. Έτσι, χωρίς βιασύνη και με μια καλή επιλογή του τόπου, μπορεί ο ψαράς να κάνει δουλειά την πρώιμη αυτή περίοδο.

Είχα κάνει, όμως, αυτή την καλή επιλογή του τόπου; Ξεκίνησα να ρίχνω την πεταλούδα για να το διαπιστώσω. Μέσα στο ρέμα εκεί που τους αρέσει να πηδάνε, στο τρεχούμενο νερό πάνω από τις πέτρες, στο ήσυχο της βίρας  το καλάμι μου τίναζε το μεταλλικό δόλωμα που μιμείται με τις αντανακλάσεις του τα ζωντανά έντομα. Καθώς περπατούσα κατά μήκος της όχθης προσπαθούσα να καλύπτω όλο το πλάτος του, πετώντας όχι μόνο μπροστά, αλλά και στην απέναντι πλευρά, κάτω από τις σκοτεινές ρίζες των δέντρων που κρύβονται τα καλά κομμάτια.

Δυστυχώς όμως δεν έπαιρνα τσίμπημα. Μου φάνηκε πως είτε δεν είχε τίποτα, είτε ήταν μία απ’ αυτές τις μέρες που τα ψάρια δεν κυνηγάνε και που, ό,τι και να κάνει κανείς, πέστροφα δεν πιάνει. Μάλλον θα περιοριζόμουν στην ομορφιά της φύσης, χωρίς να μπορέσω να βάλω κάτι στο τηγάνι του σπιτιού. Πίστευα ότι η τύχη μου δε θα μπορούσε να χειροτερέψει, όταν άκουσα τον ήχο από ένα παλιό αγροτικό που πλησίαζε. Ωραία, σκέφτηκα με την αψάδα της νιότης, αυτό που μου έλειπε εκείνη τη στιγμή ήταν η μουρμούρα κάποιου ηλικιωμένου.

Νόμιζα…

Σίγουρα θα με πλησίαζε να με ρωτήσει τι έπιασα και να μου πει για εκείνες τις καλές μέρες πριν από τόσα χρόνια, που σ’ αυτό το ποτάμι έβγαζε ένα σωρό πέστροφες, διανθίζοντας τα λόγια του με ιστορίες από τα παλιά.

– Καλημέρα νεαρέ, τσίμπησε τίποτα; Ένα κεφάλι πρόβαλε από το παλιό αμάξι.

– Ούτε ένα ψάρι απάντησα, παραδεχόμενος τον εαυτό μου που προέβλεψα πού θα πήγαινε η κουβέντα. Μακάρι να ψάρευα σ’ αυτό το σημείο πριν πενήντα χρόνια, συμπλήρωσα…

Εσείς οι νέοι δεν ξέρετε τι σας γίνεται, μουρμούρισε. Το ξέρεις παιδί μου ότι σ’ αυτό το συγκεκριμένο ρέμα που ψαρεύεις υπάρχουν πέστροφες; Αρκεί να ξέρεις να τις βγάζεις…

– Έχω από το πρωί εδώ και τα γεγονότα δε θα συμφωνήσουν με όσα μου λες. Εκτός κι αν μερικοί γνωρίζουν καλύτερα κόλπα στο ψάρεμα, είπα κάπως ενοχλημένος. Ο παππούς, όμως, δεν έδωσε σημασία και μου απάντησε:

– Τους έχω πει πώς να τις βγάζουν αλλά δε με άκουσε κανένας. Έτσι έφυγαν από δω και άλλοι σαν κι εσένα, άπρακτοι, γιατί δεν έχουν μάθει να ακούνε. Μόνο αν με πίστευαν… τότε θα καταλάβαιναν τι ακριβώς γίνεται κάτω από το νερό!

Τα λόγια του στα σίγουρα δεν ήταν αυτά που περίμενα να ακούσω. Συνήθως ακούς τους ηλικιωμένους να μιλάνε για το παρελθόν, τα παλιά, τα κατορθώματά τους, σπάνια όμως για το παρόν. Ύστερα, δεν είχα βγάλει τίποτα και γι’ αυτό η παραμικρή ελπίδα έπαιζε παιχνίδια με τις ματαιωμένες, ως τότε, προσδοκίες μου.

– Και ποια είναι αυτή η συνταγή της επιτυχίας; Ρώτησα με αρκετή περιέργεια.

– Θα ήθελα να σου πω, αλλά φοβάμαι πως θα γελάσεις όπως έκαναν και οι άλλοι. Δε μου αρέσει να θεωρούν ορισμένοι αστείο το καταπληκτικό κόλπο που είχε ανακαλύψει ο παππούς μου και μου το εμπιστεύτηκε. Κάποιοι, ξέρεις, έφαγαν τα νιάτα τους σ’ αυτό το ποτάμι.

Ξύλα που ψαρεύουν μόνα τους…

Παρόλο που υποσχέθηκα να είμαι σοβαρός, με το ζόρι συγκρατούσα τα γέλια μου, όταν μου περιέγραφε πως οι πέστροφες του ποταμού μπορούσαν να βγουν από μέσα τσιμπώντας σε ξύλα που… ψάρευαν μόνα τους. Αισθάνθηκα ότι μάλλον είχα χάσει το χρόνο μου.

– Έλα μπες στο αυτοκίνητο, μου είπε στο τέλος. Πάμε να σου δείξω.

Ένα αποτυχημένο πρωινό δε γίνεται να αποτύχει περισσότερο, σκέφτηκα κι έτσι μπήκα στο παλιό σαραβαλάκι. Σε λίγο φτάσαμε σε ένα από τα υποστατικά που είχα συναντήσει κατεβαίνοντας στο ποτάμι. Ο παππούς κατευθύνθηκε στην καλύβα με σκοπό να με εφοδιάσει με τον απαραίτητο εξοπλισμό. Πήρε στα χέρια του καμιά δεκαριά παλιά κλαριά, σαν αυτά που βάζουνε στους κήπους για να στηρίξουν τα φασόλια και μου τα έφερε.

– Πάνω στο καθένα από αυτά, μου εξήγησε, δένεις από ένα παράμαλο με αγκίστρι και το δολώνεις. Ρίχνεις τα ξύλα αυτά πιο πάνω από το ρέμα και τα αφήνεις να τα παρασύρει το νερό μέχρι που θα καταλαγιάσουν στην άκρη της βίρας όπου σε συνάντησα. Στην πορεία τους περνούν από τα σημεία που καιροφυλακτούν τα «αρπακτικά». Η φυσική κίνηση του δολώματος και η απουσία του ψαρά, κάνουν τα ψάρια λιγότερο επιφυλακτικά, με αποτέλεσμα να αγκιστρώνονται. Μετά πηγαίνεις και τα μαζεύεις, έτσι απλά.

– Δε θα έρθεις  μαζί μου; Τον ρώτησα.

– Έχω να μαζέψω τα ζωντανά. Πάρε σκουλήκια από την κοπριά εκεί πέρα και καλή επιτυχία. Όταν τελειώσεις έλα να μου φέρεις τα ξύλα και να μου πεις τι έγινε.

Επί το έργον…

Κατευθύνθηκα στο σημείο που ψάρευα πριν από λίγο, με σοβαρούς ενδοιασμούς για το αν τελικά θα δοκίμαζα το κόλπο του παππού. Όταν έφτασα κοίταξα τριγύρω μήπως με έβλεπε κανένας, γιατί σίγουρα θα με έπαιρνε για «φευγάτο». Για αρματωσιές και αγκίστρια δεν «το έβλεπα», αλλά σκέφτηκα να δέσω στα ξύλα από μια πετονιά και πάνω της από ένα σκουλήκι, με την ελπίδα τα ψάρια να κατέβουν τσιμπώντας προς τη βίρα όπου θα τα περίμενα με το καλάμι.

Σε λίγο τρία ξύλα επέπλεαν στα νερά, τα οποία τα παρέσερναν προς τα κάτω. Πότε τα έβλεπα, πότε βυθίζονταν και τα έχανα κι έβαζα με το μυαλό μου ότι τα τραβούν κάτι μεγάλα ψάρια. Πλησίασα επιφυλακτικά τη βίρα όπου ήρθαν κι άραξαν και φσσσσστ, πέταξα την πεταλούδα.

Δεν πρόλαβε να πέσει στο νερό και νιώθω ένα τέτοιο χτύπημα που με ξάφνιασε. Το είχα πιασμένο πάνω. Άρχισα να τραβάω με χαλαρωμένο το φρένο, ώσπου εξαντλημένο το ψάρι ήρθε πλαγιαστό μπροστά στα πόδια μου. Ώστε τα ξέρουν τα κόλπα οι χωριανοί, σκέφτηκα. Κι εμείς ερχόμαστε εδώ σαν τους άσχετους και φεύγουμε με άδεια τα χέρια… Τι πέστροφα είναι αυτή, σπάνια να δεις τέτοιο «θεριό»! 

Η έκπληξη…

Ανέβηκα κι ετοίμασα λίγα ξύλα ακόμη, ακολουθώντας τη γνωστή διαδικασία. Στο τέλος της διαδρομής με περίμενε κάθε φορά κι ένα καλό ψάρι, ως ανταμοιβή που τελικά πίστεψα τα λόγια του παππού. Ένιωσα μεγάλη ντροπή, που αμφισβητούσα μέχρι τέλους την τεχνική του και το λιγότερο που θα έπρεπε να κάνω είναι να τον ευχαριστήσω που είδε κι έπαθε να με πείσει να βγάλω ψάρια! Είχε μεσημεριάσει πια και το τσίμπημα σταμάτησε, οπότε πήρα τα «σύνεργα» και κατευθύνθηκα προς τη στάνη.

– Λοιπόν, ευχαριστημένος; Με ρώτησε μόλις έφτασα.

– Δες και μόνος σου, του απάντησα, δείχνοντάς του μια αρμαθιά μεγάλες πέστροφες που ακόμη σπαρταρούσαν. Με τα μάτια γουρλωμένα τις κοίταξε λίγη ώρα χωρίς να μιλάει και στο τέλος είπε:

– Ώστε τελικά δουλεύει… ο παππούς είχε δίκιο!

Η μία έκπληξη διαδέχονταν την άλλη εκείνο το πρωινό. Μη μπορώντας να καταλάβω του ζήτησα εξηγήσεις.

– Πάντα έβρισκα δικαιολογίες, ώστε ποτέ να μην αξιωθώ να δοκιμάσω το κόλπο αυτό, είπε. Ο γέρος έλεγε τόσες ιστορίες που… τι να πρωτοπιστέψεις. Μου φαίνεται, όμως, πως τώρα ήρθε η ώρα να χρησιμοποιήσω αυτήν την πατέντα  κι εγώ…

 

 

 

 

breda
35,937ΥποστηρικτέςΚάντε Like
9,830ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
4ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
7,870ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
Athens
scattered clouds
14.8 ° C
15.8 °
12.8 °
56 %
6.7kmh
40 %
Πε
19 °
Πα
22 °
Σα
27 °
Κυ
28 °
Δε
28 °

ΔΗΜΟΦΙΛΗ