Δύο μερόνυχτα με τους ψαράδες της λιμνοθάλασσας

- Advertisement -

 

Το ψάρεμα και οι ψαράδες της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου, συνιστούν ένα ιδιαίτερο κόσμο με τη δική του φυσιογνωμία, τη δική του παράδοση και το δικό του εσωτερικό θησαύρισμα.

Ο Ιωάννης Μιχαήλ Παναγιωτόπουλος ( 23 Οκτωβρίου 1901 – 17 Απριλίου 1982) ήταν εκπαιδευτικός, συγγραφέας, δοκιμιογράφος και ποιητής… Το κείμενο που ακολουθεί φιλοξενεί αποσπάσματα από τις αναμνήσεις του συγγραφέα, ύστερα από παραμονή δύο ημερών στη Λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος περιγράφει τον άνθρωπο μέσα στην φύση, στην ερημιά, μέσα στο μόχθο του, στη στέρησή του, στη γύμνια του… Κατεβαίνοντας από την Κέρκυρα, είπα να σταθώ στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου και να ζήσω σιμά στους ψαράδες της…

Γιατί το ψάρεμα και ο ψαράς της λιμνοθάλασσας συνιστούν ένα ιδιαίτερο κόσμο με τη δική του φυσιογνωμία, τη δική του παράδοση και το δικό του εσωτερικό θησαύρισμα. Η ώρα ήταν αναπαμένη, όταν ξεκινήσαμε από το δυτικό λιμανάκι του Αιτωλικού. Φυσούσε σιγαλός μαΐστρος που μόλις αλάφρωνε το κάμα του καλοκαιριού. Είχαμε απλώσει την μικρή άσπρη τέντα και το μοτεράκι δούλευε ακαταπόνητο. Και ο Νιόνιος ο Καλογήρου, χαρακτηριστικός τύπος ψαρά, γεμάτος ανοιχτοκαρδιά και πηγαία καλοσύνη, κρατούσε το τιμόνι και οδηγούσε το σκάφος με ασφάλεια στα πολύ ρηχά, ακολουθώντας το αυλάκι που είναι ανοιγμένο ανάμεσα στα φύκια.

Ολόκληρη, περίπου, η λιμνοθάλασσα είναι ένα απέραντο ενάλιο περιβόλι, όπου τα πράσινα φύκια, τα νερόχαρα, υψώνονται ολόισια και πυκνά. Σε όποιο κατατόπι κι αν βρίσκεσαι, μπορείς να απλώσεις το χέρι σου και να τα πιάσεις, να τα χαϊδέψεις, να αισθανθείς στα δάχτυλά σου τη μαλακή τους δροσιά. Εκεί κυκλοφορούν και εκεί τρέφονται τα ψάρια της λιμνοθάλασσας. Τα “ιβάρια” είναι ένα μικρό ιδιόρρυθμο σύμπαν. Αρχίζουν, μόλις αφήσουμε το λιμανάκι του Αιτωλικού, και απλώνονται ίσαμε το μακρινό σύνορο της λιμνοθάλασσας, προς τον κόλπο της Πάτρας…

Νησάκια και ψαρότοποι

Από την μία μεριά το ανοιχτό Ιόνιο, αντίκρυ στον Άραξο και στην Κεφαλονιά. Κατά το κέντρο και τη δεξιά πλευρά, ανεβαίνοντας προς τις παλιές εκβολές του Ασπροποτάμου και τις απόκρημνες ακτές της Αιτωλίας, νησί φαλακρό κι έρημο, η Οξιά. Αυτό το μακρινό σύνορο της λιμνοθάλασσας ορίζεται καθαρά από μία τοξωτή σειρά νησιών, που σχηματίζουν τον “Λούρο” (έτσι τον ονομάζουν οι ψαράδες).

Ανάμεσά τους, είτε προς τα μέσα είτε προς τα έξω, απλώνονται οι άλλοι ψαρότοποι: ο Πόρος, ο ιστορικός Ντολμάς, η Πλώσταινα, η Τουρλίδα, το ηρωικό Βασιλάδι, το Κόμμα, ο Σχοινιάς, ο Προκοπάνιστος, οι Γουνοπούλες, η Θόλη. Μιλούμε για νησιά, αλλά νησιά σωστά δεν είναι: χαμηλότατες λουρίδες στεριάς, καμωμένης από λάσπη και φύκια και πασπαλισμένης από άμμο. Η πέτρα αποτελεί σπάνιο συστατικό εκεί. Και ένα πλήθος αλμυρίκια και βούρλα, που μεγαλώνουν με τον άνεμο και με το θαλασσινό νερό.

Σιμά και ολόγυρα σε κάθε νησί απλώνεται κι ένα “ιβάρι”, χωράφι της θάλασσας, φραγμένο με ψηλές καλαμωτές…

Τώρα που είναι ο καιρός καλός, οι ψαράδες σταυροπόδι σε ισκιερές καλαμόπλεχτες παράγκες, ετοιμάζουν τις καινούργιες καλαμωτές, που θα αντικαταστήσουν όσες έχουν φθαρεί, για να αντέχουν οι φράχτες. Σε όλα τα νησιά έχουν κουβαλήσει στοίβες καλάμια. Τα κόβουν ισάμετρα, τα καθαρίζουν και τα δένουν γερά. Τα καλάμια είναι το πρώτο υλικό στα “ιβάρια”.

Με τούτα και με μερικούς κορμούς δέντρων, στήνουν οι ψαράδες τα τσαρδάκια τους στη στεριά, και τις πελάδες τους στην άκρη της θάλασσας: εκείνα τα καλυβάκια, που έρχονται ολόισια από την προϊστορική αρχαιότητα, και αποτελούν την φαντασμαγορική ιδιομορφία του βίου στη λιμνοθάλασσα.
Εκεί, μέσα στις “πελάδες”, οι κυνηγοί του ψαριού κοιμούνται τρεις – τρεις σε πρόχειρα στρωμάτσα, διατηρώντας το μικρό τους νοικοκυριό, που τους επιτρέπει τη στοιχειώδη διαβίωση.

Όλος ο κόσμος του ψαριού στη λιμνοθάλασσα πηγαίνει κι έρχεται με την αμπωτίδα και την πλημμυρίδα, με την φυρονεριά και την φουσκοθαλασσιά… Όταν “έρχονται” τα νερά, τα ψάρια σπρώχνονται προς τους φράχτες και μπαίνουν μέσα.

Προσπαθούν να ξεφύγουν και πέφτουν στις “πήρες”, που βρίσκονται κατά διαστήματα… σαν φάκες, σιμά στους φράχτες ανοιχτές. Από μέσα έχουν τόσο στενά ανοίγματα, ώστε το ψάρι εισχωρεί προσδοκώντας τη λύτρωση, και να βρίσκεται ανεπανόρθωτα αιχμαλωτισμένο. Είναι μία μικρή καθημερινή τραγωδία, αυτή η μάχη του ψαριού με το τέχνασμα και την πονηριά του ανθρώπου…

Το σύνθημα για τις “μπάφες”

Δύο φορές την ημέρα – αυγή και βράδυ – οι ψαράδες περιτρέχουν τις “πήρες” με τις “γαΐτες” τους, και τις αδειάζουν με την απόχη. Χτυπούν με το καμάκι τα μεγάλα ψάρια, όσα πλανιούνται απελπισμένα μέσα στο θαλάσσιο χωράφι, χωρίς να συναπαντήσουν το άνοιγμα της “πήρας”.

Υπάρχουν και τα “τζένια”, περίβολοι φραγμένοι με καλαμωτές, χωρίς “πήρες”. Εκείνοι έχουν ανοιχτή πόρτα, που την κλείνουν οι ψαράδες μόλις πάρουν το σύνθημα πως η θάλασσα έσπρωξε κοπάδια ψάρια μέσα στον περίβολο! Το σύνθημα δίνει ένας ψαράς, που με μάτι ακοίμητο κατοπτεύει το “αλιευτικό πεδίο”… Τούτη είναι η εποχή που οι “μπάφες” (οι θηλυκοί κέφαλοι, οι αρσενικοί λέγονται “στειράδια”) κατεβαίνουν γεμάτες αυγό.

Μόλις τις πιάσουν οι ψαράδες, ανοίγουν την κοιλιά τους, παίρνουν το αυγοτάραχο, το πλένουν προσεχτικά, το αλατίζουν και το τοποθετούν μέσα σε μεγάλα κλουβιά, παρόμοια με μικρά σπιτάκια, στηριγμένα στο έδαφος. Εκεί το αυγοτάραχο θα ξεραθεί, πριν το ντύσουν με το καθάριο κερί. Στα “ιβάρια” δουλεύουν καμιά εκατοπενηνταριά “εργάτες της θάλασσας”.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΟΝΤΑΣ

breda
35,946ΥποστηρικτέςΚάντε Like
9,819ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
4ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
7,870ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
Athens
few clouds
28.3 ° C
30.8 °
25.7 °
40 %
5.7kmh
20 %
Δε
28 °
Τρ
27 °
Τε
29 °
Πε
31 °
Πα
32 °

ΔΗΜΟΦΙΛΗ