Μπεκάτσα: Η σωστή τοποθέτηση στη φέρμα

- Advertisement -

Η τοποθέτηση είναι μία πράξη η οποία οδηγεί τον κυνηγό να πάρει μία θέση, όταν ο σκύλος είναι προφανώς σε φέρμα σε ένα σημείο του δάσους.

Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω εξ’ αρχής, χωρίς να υποστηρίζω ότι η στρατηγική που προτείνω είναι πάντα η αποδοτικότερη, πως η πιο καλή θέση που μπορεί να πάρει ο κυνηγός είναι απέναντι από το σκύλο, δηλαδή κάνοντας έναν γύρο όταν ο σκύλος φερμάρει την μπεκάτσα. Για μια ακόμα φορά θα πω, ότι στο κυνήγι της μπεκάτσας δεν υπάρχουν κανόνες. Κατόπιν τούτου, τις περισσότερες φορές, ειδικά κυνηγώντας μόνοι σε σφιχτά μέρη, δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να ελπίζουμε σε κάποιες επιτυχίες, από το να παίρνουμε “κανονικές” θέσεις.
Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε για όσους αμφιβάλουν, ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο λανθασμένο στο κυνήγι από το να προσπαθούμε να αλλάξουμε τις συνήθειές μας. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον τρόπο που τουφεκάει ο καθένας από εμάς και τι μας διδάσκει η θεωρεία. Αυτός που είναι συνηθισμένος να τουφεκάει με μπηχτές, θα έχει δυσκολίες να κάνει μια πετυχημένη βολή με κάποια προσκόπευση.
Είναι αλήθεια επίσης, ότι κάθε τεχνική είναι λίγο ή πολύ ενδεικνυόμενη, ανάλογα με το θήραμα και τα μέρη όπου κυνηγάμε. Εξηγούμαι καλύτερα: Σε μία μονή πέρδικα, σε ένα ορτύκι που σηκώνεται σε μία σταριά, σε μία πάπια που “παίζει” πάνω από μία λίμνη, η μπηχτή τουφεκιά είναι δίχως άλλο υπερβολική, ή τουλάχιστον δεν είναι η πιο κατάλληλη.
Σε όποιον ενστικτωδώς του έρχεται να πραγματοποιήσει μια τέτοια τουφεκιά στις παρακάτω συνθήκες, ενώ σίγουρα πιο παραδεκτή είναι μία βολή με προσκόπευση, δεν πρέπει να “προδίδει” την κλίση του για να σεβαστεί τον κανόνα.
Η προσφυγή στις συμβουλές ενός ειδικού, ή υποτιθέμενου ως τέτοιου, μπορεί να είναι χρήσιμη σε όποιον δεν διαθέτει καμία εμπειρία επί του θέματος. Μπορεί επίσης να χρησιμεύσει ως ένα είδος γκάλοπ σε όσους, έμπειροι σε μια συγκεκριμένη τεχνική, επιθυμούν να συγκρίνουν τις πεποιθήσεις τους με εκείνες κάποιων άλλων.
Καλώ όμως με μεγάλη ειλικρίνεια οποιονδήποτε διαθέτει σταθεροποιημένες κυνηγετικές στρατηγικές, να μην τις αλλάξει και να μην τις αποποιηθεί για να ασπαστεί τις θεωρίες των ειδικών.
Το κυνήγι είναι όπως όταν κάνεις έρωτα και θα ήταν εξαιρετικά απαιτητικό από τον κάθε συγγραφέα, να υποδεικνύει στους άλλους τον τρόπο για να φτάσουν στη μέγιστη ηδονή. Κυρίως επειδή όποιος γράφει έπειτα από χρόνια επίμονης έρευνας, έχει ανακαλύψει, ότι δεν υπάρχει μόνο μία πύλη εισόδου στην απόλαυση και γι’ αυτό, αυτό που μας άρεσε εχτές μπορεί να μη μας αρέσει σήμερα.
Βάσει στοιχειώδους αναλογίας μπορούμε να υποστηρίξουμε, ότι δεν υπάρχει μια κυνηγετική τεχνική, η οποία να ταιριάζει σε όλους, για κάθε καιρό και για κάθε τόπο. Αφού λοιπόν ξεκαθαρίσουμε ότι δεν έχω καμία πρόθεση να κάνω κατηχητικό σε κανέναν, μπορώ να πω ότι στο πυκνό δάσος, στο κυνήγι της μπεκάτσας, το να κάνεις μια τουφεκιά με προσκόπευση είναι εντελώς ουτοπικό.
Παρομοίως, περιγράφοντας την πράξη που οδηγεί τον κυνηγό να πάρει θέση όταν ο σκύλος φερμάρει στο δάσος, απλοποιώ την περιγραφή λέγοντας “τοποθετείται”. Άλλωστε πρόκειται για μια ενέργεια άκρως προσωπική, αλλά που ο κανόνας αναφέρεται σε αυτή μόνο όταν γνωστοποιείται με τέτοιο τρόπο, ώστε να πηγαίνουμε απέναντι από το σκύλο που φερμάρει. Αλλά αυτό δεν αποκλείει, ότι μπορούν να γίνουν τοποθετήσεις εξίσου αποδοτικές, πηγαίνοντας πίσω από τον σκύλο ή στο πλάι παροτρύνοντάς τον να ποντάρει αν αυτό χρειάζεται.
Για να εμβαθύνουμε ακόμα περισσότερο στο θέμα πρέπει να υπογραμμίσουμε, ότι ο καθένας από εμάς αντιδρά με διαφορετικό τρόπο στα συγκινησιακά ερεθίσματα που προκαλεί ένας σκύλος σε φέρμα. Σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε δύο ακόμα σημαντικότατα στοιχεία που είναι η μορφολογία του τόπου όπου κυνηγάμε και κυρίως οι ερευνητικές ιδιαιτερότητες του σκύλου μας. Εξυπακούεται ότι και η τοποθέτηση πρέπει να είναι “ανάλογη” στη φέρμα. Η τοποθέτηση πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα στοιχεία που προαναφέραμε (τερέν, εποχή, σκύλος, μπεκάτσα). Για παράδειγμα το ποδάρωμα των μπεκατσών που το σκάνε από το σκύλο, διαφέρει ανάλογα με τη διάθεσή τους και κυρίως με την ατομική τους εμπειρία όσον αφορά στην προσωπική τους άμυνα. Τόσο μια εγκατεστημένη μπεκάτσα, οπότε έμπειρη, όσο και μία άπειρη εξαντλημένη από το μακρύ ταξίδι της μετανάστευσης, μπορούν να έχουν τις πεποιθήσεις τους όσον αφορά στην απομάκρυνση από τον εχθρό.
Όταν δεν φεύγουν πριν την άφιξη του σκύλου και σκοπεύουν να ξεφύγουν από τον κίνδυνο περπατώντας το κάνουν πάντα κατά το δοκούν. Δηλαδή επιταχύνοντας ή κάνοντας στάσεις ανάλογα με το πώς αντιλαμβάνονται τον επικείμενο κίνδυνο. Έτσι λοιπόν ένας σκύλος έμπειρος και προσεκτικός, στην παρουσία τέτοιων μπεκατσών, για να μην τις “χαλάσει” κάνει πολλά σταματήματα κατά δεύτερο σκοπό.
Θα προσπαθήσω να εξηγήσω, με μια σύντομη παρένθεση ποια είναι τα σταματήματα τα οποία ονομάζω κατά πρώτο και ποια είναι εκείνα κατά δεύτερο σκοπό.
Ο σκύλος ο οποίος “πιάνει” την αναθυμίαση ενός ζώου, αντιλαμβάνεται τη μυρωδιά της σάρκας του και σταματάει-φερμάρει κατά πρώτο σκοπό. Δηλαδή φερμάρει υπό την παρουσία του θηράματος. Κάθε σταμάτημα κατά πρώτο σκοπό προβλέπει ότι μπροστά στο ακρορύνιο του φερμαρισμένου σκύλου, υπάρχει κάποιο θήραμα και όχι τα απομεινάρια του ακόμα και αν είναι πάρα πολύ φρέσκα.
Τα σταματήματα κατά δεύτερο σκοπό είναι αντιθέτως εκείνες οι φέρμες που ένας σκύλος πραγματοποιεί σε θέσεις που η μπεκάτσα έχει εγκαταλείψει προσφάτως, αλλά είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους από ένα νήμα συνεχόμενης αναθυμίασης, η οποία μερικές φορές ακριβώς εξαιτίας των στάσεων που πραγματοποιεί το θήραμα, έχουν πιο έντονη μυρωδιά αξίζοντας πιο οφθαλμοφανείς επισημάνσεις ή σύντομα σταματήματα-τσεκαρίσματα.
Μια μπεκάτσα για να αμυνθεί μπορεί να απομακρυνθεί κάνοντας μεγάλα “φτερά” ή σύντομες κούρσες, με ενδιάμεσες στάσεις λίγο ή πολύ σκόπιμες, για να μπερδέψει το διώκτη της. Ένας σκύλος που την ακολουθεί απευθείας, πραγματοποιεί μόνο σταματήματα κατά πρώτο σκοπό, ενώ εκείνος ο οποίος ακολουθεί επιδέξια την αναθυμίαση που αφήνει πίσω της, πραγματοποιεί σταματήματα κατά δεύτερο σκοπό.

“Δείχνοντας” από την επιφυλακτικότητα του, ακόμα και τις στάσεις που έχει ήδη κάνει η μπεκάτσα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η μπεκάτσα είναι αυτή η οποία οδηγεί τους “χορούς”.
Όταν ο κυνηγός ενθαρρύνει το σκύλο να πλησιάσει γρήγορα, είναι αυτός ο οποίος επιβάλει στη μπεκάτσα το ρυθμό του. Σε σημείο να μειώσει το μειονέκτημα το οποίο συνήθως υπάρχει μεταξύ ενός διώκτη και ενός διωκόμενου, εξαιτίας των λεπτομερών τσεκαρισμάτων του σκύλου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οποιαδήποτε μπεκάτσα αισθανθεί την ανάσα του διώκτη στο σβέρκο της, επιταχύνει πετώντας ή επιβραδύνει. Και αν επιβραδύνει έρχεται η στιγμή η οποία πρέπει να σταματήσει για να μη βγει στο “καθαρό” και ο σκύλος μπορεί επιτέλους να την μπλοκάρει κατά πρώτο σκοπό, δείχνοντας στον κυνηγό ποια είναι η τελική της θέση.
Για έναν κυνηγό ο οποίος ασκεί “pressing” στη μπεκάτσα, μετά από ένα ποδάρωμα μερικών δεκάδων μέτρων, το οποίο μπορεί να έχει γίνει και τρέχοντας, όταν ο σκύλος φερμάρει αποφασιστικά δείχνοντάς του ότι έχει τη μπεκάτσα μερικά μέτρα μπροστά του, είναι πραγματικά πάρα πολύ δύσκολο να τοποθετηθεί σωστά. Διότι η τοποθέτηση γίνεται όταν τον σκύλο τον βρίσκεις φερμαρισμένο και σχεδόν ποτέ όταν τον έχεις συνοδεύσει επί μακρόν με σκοπό να βρεις την κατάλληλη ευκαιρία. Το να τον εγκαταλείψεις εκείνη τη στιγμή για να κάνεις το γύρο και να πας απέναντί του, θα ήταν ένα είδος προδοσίας.
Σε θεωρητικό επίπεδο μπορούμε να αναλωθούμε σε συζητήσεις πάνω στη φέρμα κατά πρώτο ή δεύτερο σκοπό, στο τσεκάρισμα ή τη λεπτομέρεια, στις τυφλές ή στις φανερές δεύτερες θέσεις. Αλλά όταν είμαστε στον κυνηγότοπο και δεν υπάρχει καμία αντικειμενική πιθανότητα να ξαναδούμε σε αργή κίνηση τις ενέργειες τις δικές μας και του σκύλου μας, δεν μπορούμε να κάνουμε καμία διόρθωση στις στρατηγικές τις οποίες αποφασίζουμε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα σύμφωνα με τη συμπεριφορά του σκύλου. Οι εκφράσεις του σκύλου προάγουν σε εμάς ενστικτώδεις αντιδράσεις. Γι’ αυτό όταν ο σκύλος μου φερμάρει μέσα στο δάσος, πριν σκεφτώ πού θα τοποθετηθώ πρέπει πρώτα να δω, αν είναι δυνατόν, τον τρόπο με τον οποίο ο σκύλος έφτασε στην ολοκλήρωση της φάσης. Και εδώ υπεισέρχονται οι προσωπικές εκτιμήσεις προϊόν της εμπειρίας μας.
Σίγουρα δεν είναι πάντα εφικτό να τοποθετηθούμε απέναντι από το σκύλο, όπως για παράδειγμα όταν ο σκύλος φερμάρει από μακριά τις μπεκάτσες ή από την άλλη αποφεύγει να πλησιάσει χωρίς την παρουσία του κυνηγού. Διότι στην πρώτη περίπτωση υπάρχει η πιθανότητα να πάρουμε θέση και η μπεκάτσα να σηκωθεί στη πλάτη μας, ενώ στη δεύτερη δεν ξέρουμε πόσο έχει απομακρυνθεί η μπεκάτσα μέχρι να φτάσουμε.
Προσωπικά θέλω ο σκύλος μου αυτόνομα να κάνει όλη την προεργασία πριν φτάσω κοντά του. Δηλαδή να βρει τη μπεκάτσα, να την φερμάρει, να τη ποντάρει και όταν πάω να τον σερβίρω να την έχει μπλοκάρει. Και αν αυτή απομακρυνθεί περπατώντας καθώς εγώ πλησιάζω το σκύλο, να την ακολουθήσει αυθόρμητα ξέροντας πάντα ποια είναι η νοητή γραμμή, το όριο πέρα από το οποίο η μπεκάτσα θα σηκωθεί και θα φύγει. Έχοντας έναν τέτοιο σκύλο, όταν τον βρεις σε φέρμα είναι εύκολο να πάρεις θέση απέναντί του, δίνοντας την ευκαιρία στη μπεκάτσα να φύγει προς το σκύλο ή να εμφανιστεί μπροστά μας, με μεγαλύτερες πιθανότητες υπέρ της δεύτερης περίπτωσης.
Η επιλογή της “κατάλληλης” τοποθέτησης ανάλογα με την περίσταση, η οποία είναι εντελώς προσωπική, δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείπεται για την “κανονική”. Η μόνη περίπτωση κατά την οποία επιτρέπεται να αφήσουμε τον παλιό δρόμο (τοποθέτηση ανάλογα με την περίσταση) για το καινούριο (την κανονική απέναντι στο σκύλο) είναι όταν το στρες το οποίο μας κυριεύει πηγαίνοντας να σερβίρουμε το σκύλο που φερμάρει, είναι μεγαλύτερο από την ικανότητά μας να το διαχειριστούμε αξιοπρεπώς.
Σε κάθε άλλη περίπτωση, φίλοι αναγνώστες, είναι καλό να προσαρμόζουμε την τοποθέτησή μας βάσει των φυσικών μας προσόντων, της ηλικίας μας, της εμπειρίας και κυρίως των ιδιαιτεροτήτων των σκύλων μας.

 

breda
35,924ΥποστηρικτέςΚάντε Like
9,832ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
4ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
7,870ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
Athens
few clouds
20.7 ° C
21.9 °
17 °
68 %
1.3kmh
20 %
Τε
27 °
Πε
19 °
Πα
22 °
Σα
27 °
Κυ
27 °

ΔΗΜΟΦΙΛΗ